Μολύβι και Χαρτί

Δελτίον Θυέλλης… επί προσωπικού

Δελτίον Θυέλλης... επί προσωπικού

Τι σού είναι η ζωή… Τι είναι ο άνθρωπος… Τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του… Είμαστε δεν είμαστε, τίποτα δεν είμαστε, βρε!
Κάπως έτσι –παρεμπιπτόντως, εσείς, όλοι καλά; Στο σπίτι, καλά; Πάντα καλά, πάντα καλά!– φτάσαμε, αισίως, στην έκτη μέρα του τελευταίου μήνα του εθνοσωτηρίου έτους 2017, που πέρασε κι αυτό σαν νερό.
Μας κάνει, όμως, χειμώνα από χθες. Ε; (Άσχετο!)

Συνέχεια →

Μήνυμα χωρίς χρέωση #1

Το παρόν ιστολόγιο και η γράφουσα, προσπαθούν φιλότιμα να επανενταχθούν στην καθημερινότητα (γενικώς) και στη ζωή του μπλογκοχωριού (ειδικώς).
Εν είδει δεσμεύσεως, προχωρήσαμε (πρόσεξέ με: και οι δύο, ταυτοχρόνως: το μπλογκ κι εγώ, εγώ και το μπλογκ) σε αναβάθμιση και αλλαγές.
Όλα τα σχόλιά σας στις τρεις παλαιότερες δημοσιεύσεις θα απαντηθούν, στους γνωστούς (σας), πλέον, ρυθμούς της γράφουσας (yavaş yavaş…)
Επί του παρόντος, παλεύω να συντάξω ένα διαφορετικό Δελτίον Θυέλλης (επί προσωπικού, αυτή τη φορά).
Το προαναγγελθέν (προ εβδομάδων) «Δελτίον Θυέλλης #8″… μπαγιάτεψε ενόσω γραφόταν, εξαιτίας του καταιγισμού των γεγονότων της επικαιρότητας και ως εκ τούτου, προωθήθηκε άκλαυτο στο καλάθι των αχρήστων…

ΥΓ. Το παρόν μήνυμα, αποτελεί συνέχεια αυτού (έχουν γνώσιν οι «φεϊσμπουκικοί» φίλοι).
ΕΚ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΩΣ

Hadjidakis_Child_03

Η Αγάπη που ζωγράφιζε τα βότσαλα

I_Agapi-pou-zografize-ta-votsala

—I—

Η Αγάπη δεν είχε στον ήλιο μοίρα –όπως κι όλες οι αγάπες που, σχεδόν πάντα, έχουν ήλιο κι άπλετο φως κι ηλιογέρματα και φεγγαράδες ονειρεμένες αλλά, συνήθως, καθόλου μοίρα, όταν αρχίζουν τα τερτίπια των ανέμων και τις χτυπούν οι θύελλες.

Η Αγάπη δεν είχε μήτε αγάπη. Ήταν ένα κορίτσι έφηβο με μεγάλα μάτια, που μάθαινε τον κόσμο και γέμιζε απορίες.

— «Είναι ένα κορίτσι χαζό, που θα σας γεμίσει σκοτούρες και προβλήματα», είχε πει στο δάσκαλο η μάνα της, την πρώτη μέρα που την πήγε στο σχολείο –είχαν περάσει κιόλας εννέα χρόνια.

Στην τάξη, η Αγάπη έσκυβε το κεφάλι και κατάπινε τα γράμματα –κουλουράκια και γραμμούλες, σταυρουλάκια και παύλες που δεν της έλεγαν απολύτως τίποτα– σαν αμάσητο φαγητό και, ως τέτοιο, της έπεφταν βαριά στο στομάχι· κάθε βράδυ, χλωμή και ιδρωμένη, ζητούσε από τη γιαγιά να της φτιάξει φασκόμηλο. Ήταν, άραγε, τόσο θαυματουργό που, με την πρώτη γουλιά, ησύχαζε ο πόνος της και ηρεμούσε η ψυχούλα της ή μήπως ήταν επειδή είχε τόση ανάγκη από ‘κείνη τη μεγάλη, ζεστή αγκαλιά που η γιαγιά άνοιγε και χώραγαν μέσα οι έννοιες, τα δάκρυα κι όλη της η ύπαρξη;
Ό,τι και να ‘ταν, έτσι περνούσαν τα βράδια της· με μισοδαβιασμένα μαθήματα, κακογραμμένα φύλλα τετραδίου, ζεστό φασκόμηλο κι αγκαλιές της γιαγιάς…

Συνέχεια →

Ενός λεπτού σιγή

enos-leptou-sigi

Ο Ορέστης από το Βόλο κι η Μαρία από τη Σπάρτη, έμειναν στην Αθήνα και μαζί της μεγάλωσαν κι αυτοί. Στο Παγκράτι η Μαρία. Στα Πετράλωνα ο Ορέστης.

Είδαν την πόλη ν’ αλλάζει, τους ανθρώπους να έρχονται και να φεύγουν σαν τρένα σε σταθμούς φορτωμένους.

Τα πρώτα χρόνια ήταν όλοι εκεί –κι ο Σταμάτης κι η Μυρτώ κι ο Βασίλης κι ο Λεωνίδας, κι η Άση… Περπατούσαν με τα χέρια δεμένα σφιχτά και τα κεφάλια σκυφτά μ’ ενοχή, επειδή το ξέρανε πως κάτω από τις σόλες τους, εκεί που η άσφαλτος γίνεται ένα με το χρόνο, ήταν χυμένο το αίμα των αλλωνών… Στα πλάγια τους, λοιπόν, άφηναν κενό, σα να τους περίμεναν —κι ας ήξεραν πως δε θα ‘ρθουν ο Θανάσης, η Έφη, ο Λουκάς, η Δήμητρα…

Συνέχεια →

mood001