Κυριακή στο Ζάππειο

kyriaki-sto-zappeio

Άνοιξη ήταν. Σίγουρα. Ναι, ναι! Κατ’ αρχάς, φορούσε εκείνη την ωραία πιε-ντε-πουλ ζακέτα που της είχε χαρίσει η ξαδέρφη της η Στέλλα… κι ετούτη η ζακέτα, μπορεί να ‘ταν χοντρουλή κι αρκετά μακριά –σαν ημίπαλτο, πες– αλλά δε βαστούσε καθόλου το κρύο. Δεν το ‘κανε μια φορά το λάθος και ξεγελάστηκε με τον ήλιο τον χειμωνιάτικο και βγήκε έξω μ’ αυτή τη ζακέτα κι έπεσε μετά δυο βδομάδες με πνευμονία βαριά στο κρεβάτι; Τότε που μερόνυχτα πάνω απ’ το προσκεφάλι της ήταν η Φροσούλα –καλή της ώρα, τι να γινόταν; Χάθηκαν από τότε που παντρεύτηκε και μετακόμισε σε διαμέρισμα, τεσσάρι, παρακαλώ…

Αλλά άσε τη Φροσούλα τώρα, θα ‘ρθει κι η σειρά της, όλα στην ώρα τους –κι από τότε, από τότε, λέω, με την πνευμονία, η ζακέτα έμπαινε στην ντουλάπα μετά του Άη-Δημήτρη κι έβγαινε ξανά του Ευαγγελισμού. (Στη ντουλάπα κρεμούσε σε μια γωνιά τα ντεμί-σεζόν, να τα ‘χει πάντα εύκαιραॱ αυτά, δεν έμπαιναν στις ναφθαλίνες μαζί με τα καλοκαιρινά ή τα χειμωνιάτικα, αναλόγως, όταν ήταν η ώρα να γίνει αυτή η δουλειά).

Άνοιξη ήταν, σίγουρα, γιατί οι πεταλούδες φουρτουρούσαν τριγύρω, τα φύλλα είχαν όμορφο χρώμα, φρέσκο, ζωηρό, ζωντανόॱ κι ανάμεσά τους ξεπετάγονταν σαν μικρά, παιχνιδιάρικα μάτια, μπουμπουκάκια κλειστά, κι άλλα μισάνοιχτα, και λουλουδάκια λευκά σαν λιλιπούτειες, άτακτες χορεύτριες λίγο πριν μαζευτούν στη σκηνή κι ανοίξει η αυλαία –αχ, ο καημός της, τώρα που ‘παμε χορεύτριες… να ‘βλεπε ζωντανά, στις δόξες τους, τα Μπαλσόι «του Γκριγκορόβιτς», μεγάλο πράγμα ζήτησε; Όταν την παρακάλαγαν ο Κόστια με τη Λιούμπα, εκείνη δεν τ’ αποφάσιζε να πάει τουρ στη Ρωσία (Σοβιετική Ένωση, τότε. Αστειεύεσαι; Να νομίζουν ότι ήταν από ‘κείνους;) Με τρία, τριάμισι ρούβλια, λέει, μπορούσες να παρακολουθήσεις τις παραστάσεις και, όπως οι πεταλούδες…, έτσι φουρτουρούσε κι η καρδιά της από τη λαχτάρα…
Λαχτάρα που ‘χε μείνει κουκουλωμένη στη γωνιά, μαζί με τόσες… κι άλλες τόσες…

Άνοιξη ήταν. Ό,τι είχε περάσει την Όαση –αχ, να κι άλλος καημός… Να φορούσε, λέει, τα καλά της και να μην είχε προσπεράσει το μικρό καφέ γιατί εκεί θα την περίμενε εκείνος… Ποιος; Κάποιος. Κάποιος να την αγαπούσε, κάποιος να ‘ταν για ‘κείνη μόνοॱ ο ένας και μοναδικός κάποιος που θα της περνούσε δαχτυλίδι και θα την έκανε γυναίκα του με τιμή και με δόξα…

Μ’ ετούτα και μ’ εκείνα, είχε σχεδόν φτάσει στον Έρωτα ¹… Κάθε Κυριακή, ήταν η πρώτη στάση της. Κάθε Κυριακή τον χάζευε και προσπαθούσε να σκεφτεί τι ήταν αυτό που τον οδήγησε στο να σπάσει το τόξο του. «Δίχως τόξο, έρμε, πώς θα πετάς τα βέλη σου; Πώς θα λαβώνεις τις καρδιές και πώς θα τις σκλαβώνεις; Ή μήπως είν’ πολλά τα βασανά σου, τόσα που ο άνθρωπος ν’ αντέξει δεν μπορεί και πια, κατέστρεψες τα όπλα σου για να μην τα καταθέσεις…;», αναρωτιόταν και σχεδόν παραμιλούσε… Παραμιλούσε εκείνη, που η ομορφιά της είχε μιληθεί… και που τώρα είχε στραγγίσει μαζί με τους χυμούς της νιότης και τίποτα δε θύμιζε το κορίτσι που ‘χε έρθει –μια μπουκιά παιδί, ούτε δώδεκα δε θα ‘ταν– παρακόρη απ’ το χωριό, λίγο πριν τον πόλεμο…

Πρώτα είδε την πεταλούδα! Όχι, όχι αληθινή πεταλούδα, μα μιαν από εκείνες τις μεταλλικές, με το κοντό, λεπτό, πλαστικό κοντάρι που χρησίμευε ως λαβή, για να το κρατά το παιδάκι και να τσουλάει την πεταλούδα κι αυτή, ν’ ανοιγοκλείνει τα φτερά της! Κόκκινη με μπλε και κίτρινες πιτσίλες, χαρούμενη πεταλούδα, πολύ πιο μεγάλη από τα παπουτσάκια του κοριτσιού που την ακολουθούσε! Άξαφνα, η πεταλούδα σταμάτησε να τσουλάει, το ένα φτερό έμεινε όρθιο, τ’ άλλο απλωμένο στο πλάι… επίμονο σπρώξιμο μπρος−πίσω, ώσπου η πεταλούδα διαλύθηκε και η μικρή άρχισε να κλαίει.
— «Μπαμπά, θα μου πάρεις άλλη;»
— «Όχι σήμερα, Ειρήνη. Τώρα πάμε στις κούνιες. Την άλλη Κυριακή.»

Την άλλη Κυριακή… είπε εκείνος, ο πατέρας της μικρής που την έλεγαν Ειρήνηॱ μα, για στάσου, αυτή η φωνή, με την καθάρια χροιά, τόσο γνωστή, τόσο αξέχαστη…

— «Βύρωνα…;» και τον κοίταξε για πρώτη φορά, σαν πρώτη φορά…

• • •

Είχε περάσει τα είκοσι δύο, ίσως και τα είκοσι τρία η Μερόπη, όταν ο ναύαρχος –δεν είπαμε ότι, μικρό κορίτσι, ήρθε παρακόρη από το χωριό, στην Αθήνα; Ε, στου ναυάρχου το σπίτι ήταν– έστελνε τα πεσκέσια στο σπίτι του με τον νεαρό σημαιοφόρο, παιδί τίμιο κι έμπιστο, με απώτερο σκοπό να κουκουλώσει την κόρη του που δεν βλεπόταν. Ίσως και να βλεπόταν δηλαδή –άλλες εποχές τότε, άλλα τα γούστα– όμως ίσαμε ‘κει.

Ψηλή και άχαρη. Μάτια μικρά, λίγο «πειραγμένη» η εστίαση, μύτη σουβλερή και χείλη ανύπαρκτα. Αυτή ήταν η Ελισάβετ. Έλεγαν ότι ήταν μικρότερη από εκείνη –τη Μερόπη, δηλαδή– όμως αυτό ήταν πέρα για πέρα ψέμα, αφού το θυμόταν καλά πως, με το που πρωτομπήκε στο σπίτι του ναυάρχου κι άφησε το μπόγο της στο δωματιάκι της «υπηρεσίας», η Ελισάβετ κατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα, μ’ ένα τεράστιο, παραγεμισμένο ψωμί (αργότερα, η Μερόπη έμαθε πως το έλεγαν σάντουιτς) στα χέρια και αφού την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, σχεδόν με αποστροφή, της είπε «εγώ είμαι η μικρή κυρία και είμαι δεκαπέντε». Δεν είχε προλάβει, βλέπεις, τις συστάσεις.
Τέλος πάντων…

Ο νεαρός σημαιοφόρος, λοιπόν, ήταν ο Βύρωνας. Ευγενικός και μετρημένος, πάντα παρέδιδε στην Μερόπη τα πεσκέσια και αρνιόταν να περάσει μέσα «να τον τρατάρουν ένα γλυκό», όπως είχε δασκαλέψει ο ναύαρχος τη γυναίκα του να ‘χει το νου της και να λέει.

Μα ούτε και με τη Μερόπη είχε πολλές κουβέντες. Όσο κι αν εκείνη προσπαθούσε να φλυαρήσει λίγο μαζί του, να μάθει για ‘κείνον… Μπα. Πιο φλύαρη ήταν, τελικά, η σιωπή της όταν είδε κι απόειδε και πια, μονάχα με τα μάτια, του μιλούσε τη λαχτάρα της.
Λαχτάρα που κρύφτηκε πρώτη, πριν και πάνω από κάθε άλλη, ντροπιασμένη στη γωνιά… κι έγινε σαράκι.

Η Ελισάβετ έβρισκε «όλως τυχαίως και εντελώς συμπτωματικά» την ευκαιρία να βγει στο προχώλ, να μυρίσει τα λουλούδια στα βάζα που κοσμούσαν την κονσόνλα Λουί κενζ και να παρατηρήσει τη Μερόπη «πάλι έχεις αφήσει σκόνη στα σκαλίσματα, αλλά τι να πει κανείς… Μήπως είχατε και στα Τζουμέρκα, έπιπλα Λουί κενζ;», κάνοντας –νόμιζε– το κομμάτι της στον Βύρωνα και υποβιβάζοντας –πάλι, νόμιζε– στα μάτια του την Μερόπη που η ομορφιά της ήταν, θα ‘λεγε κανείς, ανυπόφορη για την οικογένεια του ναυάρχου.

Η Μερόπη δεν ήξερε ότι ήταν όμορφη.
Της το ‘λεγαν, όμως, οι άλλες γυναίκες του σπιτιού –η μαγείρισσα κι οι δυο υπηρέτριες, καμαριέρες πες, που ήταν χρόνια μεγαλύτερές της και γνώριζαν πολλά, τόσος κόσμος που έμπαινε κι έβγαινε στο αρχοντικό.
Της το ‘χε πει κι η μαντμουαζέλ Σολάνζ, που παρέδιδε μαθήματα Γαλλικών και πιάνου στην Ελισάβετ… κι όχι μόνον της το ‘χε πει, μα της το ‘χε δείξει κιόλας, χαϊδεύοντας φευγαλέα το πρόσωπό της, κρατώντας της τρυφερά το χέρι, αγγίζοντας «τυχαία» το στήθος της και κοιτάζοντάς την ονειροπόλα, κάθε φορά που η Μερόπη της πήγαινε νερό, γλυκό ή της σερβίριζε το φαγητό της, όποτε τα μαθήματα ξεκινούσαν το πρωί και τελείωναν αργά το απόγευμα…
Το έβλεπε και στα λαίμαργα μάτια των ναυτών που κατά καιρούς πηγαινοέρχονταν στο σπίτι –κανένας από αυτούς δεν είχε την ευγένεια και τη φινέτσα του Βύρωνα, κανείς δεν έκανε την καρδιά της ν’ αναστατωθεί, κανείς δεν ήταν έρωτας…

• • •

Ήταν ξεκάθαρο πως δεν την είχε αναγνωρίσει.
Αντίθετα μ’ εκείνον που μόνο μερικές γκρίζες τρίχες ξεπετάγονταν πού και πού ανάμεσα στα πυκνά, μαύρα μαλλιά του, τα δικά της είχαν σχεδόν ολότελα ασπρίσει… Οι, πάλαι ποτέ, πυρόξανθες μπούκλες της, είχαν δώσει τη θέση τους σ’ έναν αυστηρό κότσο, στη βάση του αυχένα της. Το λεπτεπίλεπτο κορμάκι δεν είχε βαρύνει, κρυβόταν όμως, ώριμο και κουρασμένο, κάτω από την καλόγουστη μεν αλλά αρκετά φθαρμένη και δυο νούμερα τουλάχιστον μεγαλύτερη από το μέγεθός της, ζακέτα της.

Το κοριτσάκι –που τον είχε ακούσει να το λέει Ειρήνη– την κοίταζε με περιέργεια, μ’ εκείνη την αφοπλιστική παρατηρητικότητα των παιδιών, που ξεγυμνώνει…
— «Μπαμπά, ποια είναι;»

Τον έβλεπε που βασανιζόταν να τη θυμηθεί και την πονούσε που του ήταν αδύνατο!… Πιο πολύ για να βάλει τέλος στο δικό της μαρτύριο, δεν τ’ άντεχε να μην τη θυμάται, να μην του λέει τίποτα η μορφή της…
— «Βύρωνα, η Μερόπη είμαι…»

Αμηχανία, ξανά… Είναι δυνατόν; Εκείνος ήταν όλη η ύπαρξή της, χάρη στη θύμηση εκείνου έβρισκε δύναμη να σπρώχνει την κάθε μέρα της άχαρης ζωής της –την κάθε μέρα που, ήλπιζε πως θα τον συναντούσε κι ίσως… Ποιος ξέρει; Μπορεί και να…

Το κοριτσάκι που το έλεγαν Ειρήνη και ήταν κόρη του, είχε αρχίσει να εκνευρίζεται.
— «Ε, μπαμπά, ποια είναι; Ε; Ε; Πες…»

— «Η Μερόπη, Βύρωνα… στο σπίτι του ναυάρχου…» κι άνοιξε τα χέρια της να τον αγκαλιάσει, να τον φιλήσει, να μυρίσει το δέρμα του που ποτέ δεν είχε αγγίξει.

Της έδωσε το χέρι του –θερμή χειραψία, ομολογουμένως– μα δεν άνοιξε την αγκαλιά του.
— «Βρε Μερόπη! Πόσα χρόνια! Πες μου τα νέα σου! Τι γίνεσαι; Πού βρίσκεσαι;»

Η Ειρήνη, φανερά εκνευρισμένη, θυμωμένη μάλλον, άρχισε να κλωτσάει το χώμα!
— «Μπαμπά, πότε θα πάμε στις κούνιες…;» γκρίνιαξε και κοίταξε ακόμη πιο θυμωμένη από πριν την Μερόπη που της χάλασε, όπως η πεταλούδα –διπλή συμφορά!– την ευχάριστη κυριακάτικη βόλτα της.

— «Πηγαίνετε, θα ‘ρθω να σας βρω εκεί!» Τους είδε ν’ απομακρύνονται, την Ειρήνη να χοροπηδά χαρούμενη και να τραβά από το χέρι τον πατέρα της –εκείνον– και σηκώθηκε από το παγκάκι.

Βαδίζοντας, προβάριζε τα λόγια της. Προβάριζε τη ζωή της σε φράσεις.

«Όταν είδε κι απόειδε ο ναύαρχος ότι δεν φτούρησε το ειδύλλιο –ξέρεις, ακόμη κι όταν απολύθηκες, σκεφτόταν με ποιον τρόπο θα μπορούσε να σε ξανακαλοπιάσει– πάντρεψε τελικά την Ελισάβετ μ’ έναν σιτεμένο μεγαλογιατρό, χήρο και με δυο γιους της παντρειάς! Σχωρέθηκε κι η γυναίκα του και τον πήραν μαζί τους, μαζί και το υπόλοιπο υπηρετικό προσωπικό Εμένα, μ’ άφησαν να βρω το δρόμο μου, λέει. Μου ‘δωσαν μια συστατική επιστολή, πέντε χρυσές λίρες και πέντε χιλιάδες δραχμές.
»Βρήκα γρήγορα δουλειά σε μια καλή γυναίκα, ηλικιωμένη που δυο χρόνια μετά ανημπόρεψε. Μαζί με τις δουλειές, έκανα και τη νοσοκόμα. Εγώ της έκλεισα τα μάτια. Μ’ ό,τι κομπόδεμα είχα, πήρα ένα σπιτάκι και σε περίμενα… Είχα φτάσει τριάντα οκτώ… και σε περίμενα…
»Άσ’ τα αυτά, τώρα…
»Δουλεύω αποκλειστική. Πότε σε σπίτια, πότε σε νοσοκομεία. Γυρίζω σπίτι και δεν με περιμένει κανείς. Ανάβω το καντηλάκι και προσεύχομαι για ‘σένα… Για ‘σένα που δεν ήξερα πού είσαι, τι κάνεις…
»Αλλά, άσ’ τα αυτά, τώρα…»

Είχε φτάσει έξω από την παιδική χαρά. Περίμενε να τον δει να την περιμένει, έστω να κοιτάζει προς το μονοπάτι, έστω και φευγαλέα…

Τον είδε να σπρώχνει μια κούνια, «πιο ψηλά, μπαμπά! Πιο ψηλά!»
Τον άκουσε να γελά.

Την έπιασε το παράπονο. Εκείνος είχε παντρευτεί, είχε το κοριτσάκι του. Τι δουλειά είχε το φάντασμα από τη νιότη του στο κάδρο της τωρινής ζωής του;

Στάθηκε ώρα πολλή. Μέχρι που η Ειρήνη κουράστηκε. Μέχρι που πήγαν στη βρύση κι έπλυναν τα χέρια τους. Μέχρι που έβγαλε από την τσέπη του ένα κάτασπρο μαντήλι και τα σκούπισαν. Μέχρι που βγήκαν.
Ούτε στιγμή δεν γύρισε εκείνος.

• • •

Πέρασαν Κυριακές χρόνων… Κάθε μία, έβλεπε την Ειρήνη να μεγαλώνει και ν’ αλλάζει. Κι εκείνος μεγάλωνεॱ η Μερόπη δεν το ‘βλεπε, ή δεν της φαινόταν, ή δεν το καταλάβαινε…
Έκλεβε από μακριά τις στιγμές τους, μ’ αυτές έφτιαχνε στο μυαλό της ιστορίες για τη ζωή τους και τις έκανε συντροφιά στον ασυντρόφευτο ύπνο της.

Δυο−τρεις φορές την είχε πάρει το μάτι τής Ειρήνηςॱ δεν το ‘χε προσέξει. Η μικρή, πάλι, από φόβο μήπως εκείνη η κυρία πιάσει την κουβέντα στον πατέρα της και τους χαλάσει το παιχνίδι, δεν είχε βγάλει μιλιά.

Γυρνούσε ο μύλος των εποχών, μα κάθε Κυριακή, η Μερόπη ήταν πάντα εκεί, στο Ζάππειο, περιμένοντάς τους ακόμη κι όταν δεν έρχοντανॱ ακόμη κι όταν έπαψαν να ‘ρχονται. Έκανε έναν πρόχειρο υπολογισμό. Η Ειρήνη θα ‘ταν πια δέκα; Δώδεκα; «Ε, πόσο πια…», σκεφτόταν.
Και ξαναπήγαινε.

Τώρα που έφτασε η ώρα της –γιατί το ‘ξερε πως είχε φτάσει… Αυτό που δεν ήξερε, ήταν πώς δεν κατάλαβε νωρίτερα τα σημάδια. Νοσοκόμα γυναίκα, τόσα είχαν δει τα μάτια της. Πώς δεν τα είδε στον εαυτό της;– τώρα, λοιπόν, τα σκεφτόταν όλα αυτά –η Ειρήνη θα ‘ταν πια… Ε, δε θα ‘ταν τριάντα;— κι ήταν ήρεμη… και πικραμένη.

Κανείς δεν βρισκόταν πλάι της, μα εκείνη τον έβλεπε εκεί. Της αρκούσε που εκείνος, ήταν εκεί. Άπλωσε το χέρι της να πιάσει το δικό του.
Χάιδεψε το κενό… «δροσερό που ‘ναι το χέρι σου, καλέ μου…»

• • •

Ο Βύρωνας έκλεισε την εφημερίδα. Ήθελε να κοιμηθεί, τελευταίως τον ενοχλούσαν πολύ τα γόνατά του. Του είχε χαλάσει τη διάθεση, άλλωστε, μια είδηση «στα ψιλά»… για μια εβδομηνταπεντάχρονη γυναίκα, το πτώμα της οποίας βρέθηκε στο σπίτι της, δεκαεπτά ημέρες μετά το θάνατό της. Δεν είχε κανέναν δικό της, κανείς δεν την αναζήτησε… ήταν κι η απεργία των απορριμματοφόρων, διάχυτη σ’ όλη την ατμόσφαιρα η αποφορά, πού να πάει το μυαλό;
Την έλεγαν Μερόπη.

Το σχολίασαν με την αγαπημένη του γυναίκα κι ένοιωσαν ευλογημένοι που είχαν ο ένας τον άλλον και που η Ειρήνη τους ήταν τόσο δεμένη μαζί τους.

— «Ήξερα κι εγώ μια Μερόπη… Ψυχοκόρη του ναυάρχουॱ σου ‘χω πει. Καλό κορίτσι. Κι όμορφο. Ποιος ξέρει τι να γίνεται…»


¹ Έρωτας (Έρως Τοξοθραύστης) — άγαλμα του Γεωργίου Βρούτου (1843 — 1909) στους κήπους του Ζαππείου.

Αντί Υστερόγραφου
• Γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στις 16 Ιανουαρίου 2013 στο παλαιό ιστολόγιό μου: «Ιστορίες της Μέρας και της Νύχτας»
• Αναδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 2014 στο παλαιό ιστολόγιό μου: «Roula the Cat • C’est la Vie!»

Αριστέα μου, γι’ αυτό που μου έγραψες σε σχόλιό σου…:
«Τέλος, να τολμήσω να ζητήσω να γράφεις πιο συχνά …. συναισθηματικά; Ξέρω ότι το παρόν ιστολόγιο έχει μια τεράστια έφεση στα γελοία της κοινωνίας μας, αλλά εμένα με το γενικό σχόλιο και την παλιά σου ανάρτηση μου θύμισες ένα κομμάτι της παλιάς Νατάσας, της Ιωάννας (Ayten Aydan) που είχα λατρέψει και μου έχει λείψει!»
…Ξεκινώ ν’ αναδημοσιεύω τις «Ιστορίες»… (Κι ό,τι νεότερο προκύψει, σε παρόμοιο κλίμα!)

Περισσότερα για την Ιωάννα (Ayten Aydan) εδώ.

9 σκέψεις σχετικά με το “Κυριακή στο Ζάππειο

  1. Και πολύ καλά κάνεις Αναστασία μου και αναδημοσιεύεις παρόμοια πολύ ευαίσθητα κείμενα-διαμαντάκια που σκιαγραφούν μια εποχή που στην Ελλάδα έχει πια περάσει. Βλέπεις είμαι από αυτές που δεν σε είχαν διαβάσει τότε!
    Τώρα, αυτό που πέρασε είναι να «φέρνεις» μικρά κορίτσια σαν υπηρέτριες απ’ την επαρχεία, όχι που τα πλουσιόσπιτα δεν έχουν υπηρέτριες αλλά τις αντικατέστησαν με Φιλιππινέζες, μετά με Βορειοηπειρώτισσες, με Ουκρανές και τώρα συνέχεια έχουν οι Πακιστανές! 😦
    Αυτό που δεν αλλάζει είναι η, «Λαχτάρα που κρύφτηκε πρώτη, πριν και πάνω από κάθε άλλη, ντροπιασμένη στη γωνιά… κι έγινε σαράκι» και μιλώ γι αυτή την ατολμία της ερωτευμένης που πολλοί έχουν γνωρίσει αλλά δεν έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν με αποτέλεσμα να καταστρέψουν τη ζωή τους… σαν Ελληνική ταινία του 60 λένε τώρα οι νέοι που έχουν πέσει στο άλλο άκρο, της αναισθησίας! 😉
    Όλες αυτές οι ιστορίες, δεν έχουν πάντα παρόμοιο τέλος, γιατί οι πρώην μικρές υπηρέτριες στην εποχή μας έγιναν γραμματέες πλουσίων αφεντικών και πολλές κατάφεραν ν΄ αποπλανήσουν τ’ αφεντικά και να γίνουν «κυρίες»! 😛
    «O tempora o mores» (Κικέρων).
    «Ω καιροί ω ήθη» και είναι κάτι που δεν έχει αλλάξει τόσους αιώνες!

    ΑΦιλάκια και πολύ καλή μας Κυριακή! 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. «Σαν μελό ελληνική ταινία του ’60», συμπληρώνω… Διαπιστώνω –εδώ και καιρό, δυστυχώς– ότι οι νέοι έχουν περάσει στο άλλο άκρο, της αναισθησίας, όπως πολύ σωστά επισημαίνεις, Στεφανία μου. Υπάρχουν πάντα, βέβαια, οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, αλλά το «fast [food]» έχει περάσει σε κάθε έκφανση της ζωής τους!
      (Με αφορμή πολύ πρόσφατο περιστατικό που έμαθα, ίσως γράψω κάτι σχετικό, δεν ξέρω…)

      Γνωστή «μεγαλοκυρία» υπήρξε γραμματέας του συζύγου της (στο όνομά της έχει γίνει αναφορά σε αρκετά παλαιότερο κείμενο του ιστολογίου… έτσι, για να δώσω ένα hint!)

      O tempora o mores… διαχρονικό!

      Πολλά φιλιά, Στεφανία μου!
      Σ’ ευχαριστώ πολύ! ❤

      Μου αρέσει!

  2. Τώρα ξέρεις τι έπαθα; Ήρθα με φόρα να γελοιο-ενημηρωθώ κι έπεσα πάνω στη Μερόπη και πολύ συγκινήθηκα με την ιστορία της.
    Νατάσα μου, όπως κι αν γράφεις, συναισθηματικά ή σατυρικά, η πένα σου κόβει σα λεπίδι.
    Την καλησπέρα μου και καλή εβδομάδα να έχεις!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Το χούι δεν κόβεται, Μαρία μου!
      Μόνο που έμεινε πίσω και «μπαγιάτεψε» το 7º Δελτίον Θυέλλης… οπότε, θα γραφτεί εκ νέου, με φρεσκότερο υλικό.
      Έως τότε, θα δούμε αν θα προκύψει κείμενο γελαστικό, ευαίσθητο ή (άλλη μία) αναδημοσίευση…

      Σ΄ευχαριστώ πολύ για τα ενθαρρυντικά λόγια σου!
      Σε φιλώ και σε καλημερίζω!❤

      Μου αρέσει!

  3. Αγαπητή μου Νατάσα, είδα πως το νέο blog με σνόμπαρε (:P) και δεν μετέφερε το σχόλιο μου, οπότε παραθέτω τις ευχές μου για το νέο blog, το οποίο εύχομαι να το χαρείς και να σε χαρούμε και εμείς μέσα από αυτό και αφήνω και το σχόλιο μου από το παλιό blog (ναι κόπι πέιστ, βρίστε με :P) γιατί κρίμα είναι κι αυτό:

    Νατάσα μου, δεν θυμάμαι καθόλου, αν την είχα διαβάσει στο παλιό ιστολόγιο. Τι όμορφη ιστορία όμως, καλογραμμένη, με ροή, υπέροχη. Με πολλά μηνύματα και ένα τέλος, που αν και τόσο λυπητερό, το σέβεσαι, γιατί αποτέλεσε πραγματικότητα για τόσους ανθρώπους που ίσως δεν μάθαμε ποτέ.
    Υπέροχη για ακόμα μια φορά!
    Μια όμορφη εβδομάδα, σου εύχομαι να έχεις Νατάσα μου. Σμουτς!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Πολύ καλά έκανες copy–paste, Μαρίνα μου!
      Διεπίστωσα ότι κι άλλα σχόλια από το «Ζάππειο» δεν είχαν μεταφερθεί και προφανώς αυτό συνέβη γιατί γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της μεταφοράς των αρχείων ή μετά…

      Είχες κάνει ένα υπέροχο σχόλιο!

      Πράγματι, ανεξαρτήτως του ότι η συγκεκριμένη ιστορία ήταν μυθοπλασία (διανθισμένη με κάποια πραγματικά στοιχεία) εντούτοις, συνέβαινε σε πολλούς ανθρώπους (γυναίκες και άντρες) να έχουν μια παράφορη μα απέλπιν αγάπη, όπως η Μερόπη…

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, Μαρίνα μου!
      Φιλιά γλυκά! ❤

      Μου αρέσει!

Γράψε κι εσύ τα δικά σου...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.