Ό,τι έμεινε*

o-ti_emeine

* Με μια ιστορία που έγραψα κάποια χρόνια πριν, θέλησα να συμμετάσχω στο δρώμενο της Αλεξάνδρας (Woman in blogs): «Τέλεψε το έργο μας!» – Πνοή στ’ όνειρο.

Για τους «ανθρώπους που έδωσαν τη ζωή τους σε μια ιδέα!»
Για όσους «σήμερα αντιστέκονται στη βαρβαρότητα».
«Για όλους αυτούς τους ανθρώπους, του χτες και του σήμερα, γνωστούς κι αγνώστους. Για να θυμηθούμε, να μάθουμε, να πάρουμε κουράγιο και παράδειγμα.»

Η ιστορία γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στις 6 Μαρτίου 2013, στο παλιό μου ιστολόγιο: «Ιστορίες της Μέρας και της Νύχτας».

♦ ♦ ♦

Ό,τι έμεινε

Τα πρωινά περπατούσε στη σκιά και τα βράδια με βροχή περίμενε ν’ ανταμώσει τη μέρα· μόλις έφτανε τ’ όριό της, κρυβόταν βιαστικά στο υπογειάκι του και παραδινόταν σ’ έναν ολιγόωρο ύπνο με όνειρα που δανείζονταν εικόνες απ’ όσα είχαν μαζέψει από ‘δω κι από ‘κει τα μάτια του –ή σκιές ή σκοτάδι, δηλαδή…
Πού και πού, σκάλωνε ανάμεσά τους η μικρή του πόλη, με τις παιδικές του σκανταλιές ν’ αλωνίζουν τα ταπεινά δρομάκια της και τις πρώτες αμαρτίες του να βαριανασαίνουν στα σπίτια της σιωπής. Ξεπεταγόταν τότε, αφουγκραζόταν την αφόρητη ησυχία του χώρου του και τα πρώτα νυσταγμένα βήματα που πλησίαζαν και ξεμάκραιναν έξω απ’ τα κλειστά παντζούρια του. Τ’ αντρικά βήματα μετά βίας ακούγονταν –σε αντίθεση με τα γυναικεία που, θαρρείς, τα τακούνια τους τρυπούσαν στο πεζοδρόμιο.

Α΄ Μ Ε Ρ Ο Σ

—Ι.—

Στην Αθήνα ένοιωθε σαν ανεπιθύμητος μουσαφίρης. Το αισθάνθηκε, άλλωστε, με το που κατέβηκε με τη βασανισμένη βαλιτσούλα του –τυλιγμένη σταυρωτά δυο φορές, με χοντρό σπάγγο– από την αμαξοστοιχία και κοίταζε δεξιά αριστερά να εντοπίσει τους θείους του –τον θείο Σωτήρη, αδερφό του πατέρα του, με τη γυναίκα του, την Ευτυχία. Οξύμωρο, καθώς η γυναίκα ετούτη, παρόλη την ομορφιά της, ήταν συνήθως στρυφνή και αμίλητη.

Αγαπημένοι έσμιξαν με τις αγαπημένες τους με φιλιά πάθους ή τρυφερότητας, συγγενείς αγκαλιάστηκαν, κάποιοι μοναχικοί, δίχως άσκοπη καθυστέρηση, κατευθύνθηκαν προς την έξοδο, ώσπου ο σταθμός άδειασε.
Το μεγάλο ρολόι, του μαρτύρησε πως, τα τελευταία πενήντα λεπτά, πατούσε το έδαφος της πρωτεύουσας, μόνος και στυλωμένος στην αποβάθρα. Ψηλάφισε στην τσέπη του τα κέρματα και «το χαρτάκι με τον αριθμό και την αντρέσσα του θείου –μην και το χάσεις, καημένε!» Με το που έκανε να μπει στο καφενείο του σταθμού, έπεσε πάνω σ’ έναν τύπο με σκουρόχρωμη καμπαρντίνα και μαύρα γυαλιά· κοιτάχτηκαν –εκείνος, τουλάχιστον, σίγουρα είχε κοιτάξει τον άντρα και ήταν σίγουρος πως, άλλο τόσο, τα μαύρα γυαλιά του αγνώστου τον είχαν καρφώσει. Χαφιές, σκέφτηκε –μα τι είχε να φοβηθεί ένα επαρχιωτόπουλο που, καμιάν ανάμειξη δεν είχε με τα πολιτικά;

— «Συγνώμη, πού μπορώ να βρω τηλέφωνο;» τον ρώτησε, λες και δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος στο καφενείο.
Ο άντρας του έδειξε κάπου αόριστα προς το βάθος της αίθουσας ή το εσωτερικό του σταθμού· αμίλητος και βιαστικός βγήκε στην αποβάθρα όπου, λίγο μετά από μια μικρή βόλτα, βρήκε μια σκιερή γωνιά και άνοιξε την εφημερίδα του.

Ο Χάρης θωρούσε σαν μαγεμένος τριγύρω. Σχεδόν ξέχασε ότι… τον είχαν ξεχάσει. Είχε ανοίξει το στόμα του και κατάπινε άπληστα το κεχριμπαρένιο φως που έμπαινε από τα παράθυρα, νοιώθοντας μια γλύκα παρόμοια μ’ εκείνη που γέμιζε το στόμα του όταν έτρωγε μέλι…

Μέλι έσταζε το στόμα της Ευτυχίας που απάντησε στο τηλεφώνημά του, «αχ, αγόρι μου! Δεν προλαβαίναμε. Κρίμα… Και πώς να ειδοποιήσουμε;», έκανε, δήθεν λυπημένη. «Πάρε ένα ταξί, θα βρεις έξω από το σταθμό πολλά». Έτσι κι έκανε –αν και με λύπη μεγάλη αποχωρίστηκε τον σταθμό και το ζωηρό πλήθος που, στο μεταξύ, είχε τραβήξει το ενδιαφέρον του: γυναίκες μέσης ηλικίας, καλοντυμένες, ομορφοστολισμένες, άλλες νεώτερες με λούσο τη δροσιά τους, άντρες με ρούχα καθαρά, φρεσκοπλυμένα, που κρατούσαν στα χέρια τους μικρές βαλίτσες σαν τη δική του αλλά, σε πολύ καλύτερη κατάσταση, παιδάκια που γεύονταν μεγάλες σοκολάτες…
Υπήρχαν κι άλλοι, βέβαια, πιο ταπεινά ντυμένοι, λιγότερο χαρούμενοι, περισσότερο βιαστικοί. Άνθρωποι που του θύμιζαν ό,τι είχε αφήσει πίσω του και γι’ αυτό, δεν του έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση.

—ΙΙ.—

— «Σας παρακαλώ, μπορείτε να με πάτε σε αυτήν εδώ τη διεύθυνση; Αριστοτέλους…»
— «Ασφαλώς, περάστε. Κοντά είμαστε βέβαια. Πολύ κοντά! Δώστε μου τις αποσκευές σας…»
Αποσκευές. Αισθάνθηκε άβολα να δώσει τη βαλίτσα του στον κατά πολύ μεγαλύτερό του άντρα, την απόθεσε, λοιπόν, μόνος του στο ευρύχωρο πορτ–μπαγκάζ κι εκεί μέσα, με τόσο χώρο ελεύθερο, του φάνηκε ακόμη πιο ευτελής, έτσι φθαρμένη, σχεδόν κλαταρισμένη, έτοιμη να πετάξει τον χοντρό σπάγγο που συγκρατούσε τα μέσα της. Με το κουτί, δεν ήξερε τι να κάνει. «Να προσέχεις τ’ αυγά…» του ‘χε πει ο πατέρας του, ιδιαίτερα ανήσυχος, είναι η αλήθεια.
— «Ε… το κουτί θα το κρατήσω επάνω μου.»

Αν και, πράγματι, η απόσταση που διήνυσαν ήταν μικρή και ο χρόνος που πέρασε μέχρι να σταματήσουν έξω από την πολυκατοικία του θείου, ελάχιστος, εκείνος είχε εκστασιαστεί. Μετά το πρώτο πεντάλεπτο της σύντομης διαδρομής, όπου προσπέρασαν στενά δρομάκια με παλιά κτίσματα και κατοικίες πίσω από πυκνοφυτεμένες νεραντζιές –και, που διόλου δεν διέφεραν από εκείνες, της πόλης του– οι οδοί φαίνονταν ν’ αποκτούν άλλον αέρα· μύριζε πρωτεύουσα, πια…
Ο οδηγός του ταξί πάλι, καθόλου δεν βιαζόταν· είχε χαμηλώσει λίγο το ραδιόφωνο που έπαιζε επιτυχίες σαν τον «Σταμούλη τον λοχία» κι έδειχνε ιδιαίτερα πρόθυμος να κουβεντιάσει με τον πελάτη του, ο οποίος, παρόλο που δεν συμμεριζόταν τη ζέση του συνομιλητή του, του είχε ωστόσο απαντήσει –αν και σχεδόν μονολεκτικά, όχι από αγένεια, αλλά επειδή προτιμούσε ν’ απασχολήσει περισσότερο την όρασή του– από πού ερχόταν και γιατί: είχε περάσει στο Πολυτεχνείο!
Πολυκατοικίες τριών, τεσσάρων, ίσως και πέντε ορόφων, λευκές κι επιβλητικές, φαιοκίτρινες λιγότερο εντυπωσιακές, υψώνονταν πλάι στα νεοκλασσικά προσπαθώντας, θαρρείς, να τα εξοβελίσουν από τον σύγχρονο χάρτη της πόλης.

— «Εδώ είμαστε!» είπε ο οδηγός. Εκείνος ξανασκάλισε τα κέρματα στην τσέπη του και πλήρωσε το αντίτιμο της κούρσας. Έμεινε για ώρα εκεί, στο πεζοδρόμιο, κρατώντας με το ένα χέρι το κουτί (η βαλίτσα, πλάι στα πόδια του) και τρίβοντας με το άλλο τα μάτια του, μην πιστεύοντας ότι ετούτος ο όμορφος δρόμος θα γινόταν στο εξής η γειτονιά του.

—ΙΙΙ. —

Τι περιμένει, άραγε, να γευτεί στην πρωτεύουσα, ένα δεκαεννιάχρονο παλληκαράκι από μια μικρή, επαρχιακή πόλη;
«Να θυμάσαι πως εκεί πέρα πας να σπουδάσεις. Να δέσεις το κεφάλι σου και να τελειώνεις μια ώρα αρχύτερα. Να μην παρασυρθείς. Να μην μπλέξεις. Ν’ ακούς τον θείο σου. Μείνε μακριά, όσο μπορείς, από την Ευτυχία.» Ένας κατάλογος από «πρέπει» και «δεν πρέπει» τα λόγια του πατέρα.
«Να προσέχεις», μόνο, η μάνα…

Εύκολα και δύσκολα. Κατ’ αρχάς, η Αριστοτέλους και τα πέριξ αυτής, δεν έμελλε να γίνουν η γειτονιά του. Η υποδοχή που του επεφύλασσαν οι θείοι του, στο ωραίο τους διαμέρισμα, ήταν χλιαρή, υποτονική και, μετά βίας έκρυβαν τη δυσφορία τους –η Ευτυχία, κυρίως– για το ότι, εξ ανάγκης, μοιράζονταν το φαγητό τους μαζί του, εκείνο το μεσημέρι, στο τραπέζι τους. (Τα αυγά και τα φρούτα, πάντως, διόλου ευκαταφρόνητα ως φαίνεται, δρομολογήθηκαν ευθύς μόλις παρεδόθησαν, για τα ενδότερα της κουζίνας).

Ο θείος κατάπινε με τις μπουκιές του όσα θα ‘θελε να είχε πει στον αδερφό του μα το αίμα δεν το ‘κανε εύκολο. Διότι, αυτός, ο Σωτήρης, ήταν άνθρωπος του καθεστώτος, με πολύ υψηλή θέση στο Δημόσιο, ενώ, όπως έφτανε ακόμη στ’ αυτιά του, ο μεγάλος (ο πατέρας του Χάρη, δηλαδή), ήταν ανατρεπτικό στοιχείο!
Είδε κι έπαθε, σου λέει, τις προάλλες να πείσει τον υπουργό, με τον οποίον –καθώς και με άλλα αξιότιμα στελέχη της κυβερνήσεως– συνέτρωγαν, καλεσμένοι του στρατηγού, ότι με τον αδελφό του, ουδεμίαν επαφήν είχαν αφότου εκείνος o θεομπαίχτης βγήκε στο βουνό, επί κομμουνιστοσυμμοριτοπολέμου! Ήταν, άλλωστε, να τους έχει κανείς εμπιστοσύνη; Τι κι αν υπέγραψε¹, κατόπιν; (Αυτό, αν και ο υπουργός το γνώριζε, ο Σωτήρης φρόντισε εκ νέου να το επισημάνει διακριτικά). Ο υπουργός κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι του, δεν παρέλειψε όμως να συμπληρώσει ότι «εμείς, άλλα μαθαίνουμε κύριε Π.» –από πού στην ευχή;– «αφενός μεν ο αδελφός σας φαίνεται ότι ουδέποτε εσυνετίσθη αφετέρου δε, πρόκειται να διαμείνει εις την οικίαν σας ο υιός του, κατά την διάρκειαν των σπουδών του. Εν πάση περιπτώσει, αντιλαμβάνεσθε ότι κάτι τέτοιο θα ήτο ιδιαιτέρως επιλήψιμο, παρόλην την εκτίμησίν μου προς το πρόσωπόν σας και την χαριεστάτη κυρία σας».
Να, λοιπόν, γιατί ήταν αδύνατον να φιλοξενήσουν τον γιο του μιάσματος –άσε που του το ‘χε ξεκόψει και η Ευτυχία.

— «Εμείς, Χάρη, παιδί μου, είχαμε όλη την καλή διάθεση να σε φιλοξενήσουμε, τουλάχιστον για λίγο καιρό, μέχρι να τακτοποιηθείς κάπου…» μιλούσε και κοίταζε τα καπελάκια –μόνον αυτά είχαν απομείνει στο πιάτο– από τα γεμιστά του, ο Σωτήρης.
»Δυστυχώς, αυτό δεν γίνεται. Το σπίτι είναι μικρό…» –«πεντάρι διαμέρισμα, ρετιρέ… σε κεντρικό σημείο των Αθηνών», του είχαν πει οι γονείς του με καμάρι για τον θείο του που είχε προκόψει, όπως θα πρόκοβε τώρα κι ο ίδιος, εάν αφοσιωνόταν στις σπουδές του.

Βούλιαξε. Είχε γίνει ξαφνικά μικρός, όπως τότε που, ντροπιασμένος, κοιτούσε τα παπούτσια του κι άκουγε αδιαμαρτύρητα τις επιπλήξεις της γιαγιάς, επειδή είχε κουβαλήσει μέσα στο φρεσκοσφουγγαρισμένο σπίτι, λάσπες και αγριάδες απ’ την αυλή.
Να γιατί δεν τον περίμεναν στον σταθμό, να γιατί η βαλίτσα του είχε μείνει στο προχώλ, να γιατί όλες οι πόρτες ήταν κλειστές.

Η Ευτυχία είχε αρχίσει να μαζεύει τα πιάτα, μουρμουρίζοντας εκνευρισμένη, «όλα απ’ τα χέρια μου πέρασαν σήμερα, είναι η μέρα του ρεπό της υπηρέτριας!» κι αυτή η λέξη –«υπηρέτρια»– είχε ηχήσει στ’ αυτιά του παράτονα και πολύ πιο άσχημα απ’ οτιδήποτε άλλο είχε συμβεί εκείνο το Σάββατο.

—IV.—

Περιπλανήθηκε για ώρα πολλή, κρατώντας τη βαλιτσούλα του, που τώρα του φαινόταν πιο βαριά και πιο ταλαιπωρημένη από πριν· ήταν σαν να ‘χαν χωρέσει μέσα της κι όλη η ντροπή του, αλλά κι η αδικία κι η αδιαφορία· σαν να ‘χε κιόλας τρυπώσει και βρει τη γωνιά της, εκεί, ανάμεσα στα ρούχα που μύριζαν σπιτικό σαπούνι, η μοναξιά που θα του γινόταν συγκάτοικος μόνιμος, σ’ ετούτη την άγνωστη πόλη.

Όσα χρήματα είχαν συγκεντρώσει οι γονείς του από οικονομίες χρόνων, του τα ‘χαν τυλίξει μ’ ένα λαστιχάκι και του τα ‘χαν παραχώσει κρυφά, στην μεγάλη τσέπη της βαλίτσας –εκεί που ‘χε βάλει τα ξυριστικά του– το τελευταίο βράδυ που κοιμόταν στο πατρικό του, πλημμυρισμένος συγκίνηση αλλά κι ευτυχία.

Η μέρα –που, ούτως ή άλλως, ήταν ακατάλληλη για αναζήτηση κατοικίας– έμοιαζε με μεγάλο λεωφορείο που βιαζόταν ν’ αποχωριστεί τη ζώνη του φωτός και να προχωρήσει στις στράτες του σκοταδιού.
Χωρίς να το καταλάβει, είχε βρεθεί στις γειτονιές που, λίγες ώρες πριν, περνώντας με το ταξί, του είχαν θυμίσει την πόλη του. Τώρα που βάδιζε στα στενά και ελάχιστα φωτισμένα δρομάκια και τα αρώματα των γιασεμιών μπερδεύονταν γλυκά μ’ εκείνα, των νυχτολούλουδων, είχε την ψευδαίσθηση ότι περπατούσε σε μέρη οικεία κι η διάθεσή του, γλύκανε σιγά σιγά.

Κάθε τόσο άλλαζε χέρι τη βαλίτσα του κι είχε πια το νου του να βρει ένα φθηνό κατάλυμα για να περάσει το βράδυ του και όσες ημέρες χρειάζονταν μέχρι να βρει ένα σπιτάκι –ένα δωμάτιο, έστω– να νοικιάσει. Καθώς δεν γνώριζε για το μασουράκι στην τσέπη της βαλίτσας, κι έχοντας κατά νου ότι τα μόνα χαρτονομίσματα στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του ήταν τέσσερα κατοστάρικα και ένα πενηντάρικο –τα κέρματα είχαν λιγοστέψει, ίσα να έφταναν για ένα πιάτο φαγητό, το πολύ δύο– ήξερε ότι ήταν επιτακτική ανάγκη να ψάξει παράλληλα με το σπίτι, και για δουλειά. Αυτό όμως, από Δευτέρα, μετά την εγγραφή του.

Εκείνο που έπρεπε να κάνει δίχως χρονοτριβή, ήταν να τηλεφωνήσει στους γονείς του. Να τους πει να μην τον αναζητήσουν στο σπίτι του θείου. Μπήκε στο πρώτο ψιλικατζίδικο που βρήκε μπροστά του.

— «Καλησπέρα σας. Έχετε τηλέφωνο με μετρητή για υπεραστικά;» και κοκκίνησε ως τις ρίζες των πυκνών μαλλιών του, καθώς αντίκρισε ένα όμορφο, ξανθό κεφαλάκι να ξεπροβάλλει πίσω από τη ντάνα με τα περιοδικά και τα κουτάκια με τις τσίχλες.
— «Έχουμε!» απάντησε χαριτωμένα το κορίτσι που, τώρα είχε σηκωθεί, αποκαλύπτοντας το δροσερό της μπούστο π’ άνθιζε σαν τα τριανταφυλλάκια πάνω στο τσιτάκι της με το τετράγωνο ντεκολτέ και τις φαρδιές τιράντες.

Βουβαμάρα είχε πέσει από την άλλη μεριά της γραμμής, όσο εκείνος εξιστορούσε εν συντομία την κατάσταση. Η κοπέλα, πάλι, τον παρατηρούσε με ενδιαφέρον, δίχως να κάνει προσπάθεια να κρυφτεί. Ανασηκώθηκε, είδε τη βαλίτσα ανάμεσα στα πόδια του και κάνοντας με το χέρι της τρεις–τέσσερις μικρούς κύκλους στον αέρα στη χαρακτηριστική κίνηση τού «ε, ρε μπλέξιμο…», ξεφύσηξε προβληματισμένη.

Β΄ Μ Ε Ρ Ο Σ

—V.—

To υπόγειο της μονοκατοικίας σ’ ένα δρομάκι που έβγαζε στην Αλκαμένους και πιο πολύ το μάντευες παρά το ‘βλεπες, είχε ανεξάρτητη είσοδο –η οποία φτιάχτηκε εκ των υστέρων, όταν το υπόγειο έπαψε να χρησιμοποιείται από τους ιδιοκτήτες ως αποθήκη. Έσφιξαν τα οικονομικά της οικογένειας κι αποφασίστηκε να το νοικιάσουν. Τα δεκαπέντε τετραγωνικά του («δεκαοκτώ μισό», είπε η κυρία Πολυτίμη, «αλλά τα τσουρουτέψαμε γιατί έπρεπε να βγει και καμπινές!») ήταν απαγορευτικά για να στεγάσουν νοικοκυριό, ακόμη και νιόπαντρου ζευγαριού.
Έτσι, υποψήφιος νοικάρης ήταν πάντα κάποιος εργένης δίχως πολλές απαιτήσεις ή κάποιος φοιτητής –όπως, καλή ώρα, εκείνος.

Κοντά μισό χρόνο είχε μείνει ξενοίκιαστο, από τότε που ένας άλλος φοιτητής –του Πολυτεχνείου κι ετούτος, τι σύμπτωση!– ονόματι Γεράσιμος, είχε πάρει το πτυχίο του κι είχε επιστρέψει, λίγο μετά, στην πόλη του. «Με το καλό κι εσείς», είχε συμπληρώσει μετά τις σχετικές πληροφορίες για τον άγνωστό του Γεράσιμο, η κυρία Πολυτίμη.

Ό,τι είχε τακτοποιηθεί κι είχε αρχίσει να μαθαίνει τα κατατόπια της γειτονιάς, όταν του γεννήθηκε η επιθυμία να γνωρίσει την πόλη.
Όπως κάθε Τετάρτη, στο ψιλικατζίδικο θα δούλευε διπλοβάρδια ο αδερφός της Αγγελικής κι έτσι, δεν το πολυσκέφτηκε όταν της ζήτησε να τον συνοδεύσει στη μεγάλη βόλτα του. Ανηφόρισαν την Παρασίου, την Δεριγνύ, βγήκαν στην Πατησίων και στάθηκαν να καμαρώσει εκείνος, κυρίως, το κτίριο του Πολυτεχνείου. Προχώρησαν προς την Ομόνοια και την Αιόλου.

Μια περίεργη αναταραχή, σαν μελίσσι που το τσίγκλισαν κι οι μέλισσες μέσα του είχαν επικίνδυνα εκνευριστεί, ο κόσμος.
— «Πάντα έτσι είναι η Αθήνα;» τη ρώτησε μ’ απορία, ενώ η έντονη παρουσία της αστυνομίας του δημιουργούσε αμηχανία και, ενδόμυχα ίσως, φόβο.
— «Ε… Συνήθως… Σήμερα, ένας λόγος παραπάνω. Κηδεύεται ο ποιητής…»²

Δίχως να ‘ναι συνεννοημένοι, επιτάχυναν το βήμα τους. Σε λίγο, πιάστηκαν χέρι–χέρι. Όσο προχωρούσαν μέσα στα στενά της Πλάκας, ο κόσμος πύκνωνε, μέχρι που ήταν αδύνατον να περάσει κανείς ανάμεσά του. Μια ζέστη αλλιώτικη τύλιξε τα κορμιά τους –ήταν ο πυρετός του πλήθους που βάδιζε πένθιμα, σταθερά, περήφανα, αγέρωχα, με παλμούς καρδιάς δυνατούς σαν καμπάνα.

«Πήραμε τη ζωή μας λάθος. Κι αλλάξαμε ζωή»…
Δεν αλλάξαμε… αλλά «είναι εθνική επιταγή»
³ να το κάνουμε σύντομα, σκέφτηκε κι έσφιξε ακόμη περισσότερο το χέρι της Αγγελικής.

Χάρη στην περιέργεια και την πολύτιμη βοήθεια της Αγγελικής, είχε βρεθεί, όπως είδαμε, άμεση λύση στο πρόβλημα της στέγασης –και όχι μόνο.
Αφού μερεμέτισε –με αντάλλαγμα ενοίκιο ενός μηνός– το σπίτι της κυρίας Πολυτίμης (της οποίας ο άντρας είχε ανημπορέψει κι ήταν φύσει αδύνατον ν’ ασχοληθεί με οτιδήποτε), ανέλαβε και μερικά ακόμη σπίτια στη γειτονιά, τα οποία χρειάζονταν επειγόντως επισκευές· όλα αυτά έπρεπε να γίνουν γρήγορα, πριν μπει ο χειμώνας ή, τουλάχιστον, πριν προχωρήσει πολύ. Μ’ αυτά τα λεφτά, υπολόγιζε να περάσει το αργότερο μέχρι να πιάσει άνοιξη.

«Και μετά;»
Αυτό το «μετά» ήταν το δύσκολο… Χέρι στο «άγιο μασουράκι» των γονιών του, δεν ήθελε να βάλει. Μακάρι, μάλιστα, να κατάφερνε να το αβγατίσει και να τους το επέστρεφε, όχι μόνον ανέγγιχτο αλλά και πιο πλούσιο. Όμως, τι δουλειά θα μπορούσε να κάνει ένας φοιτητής, που το μόνο που ήθελε ήταν να μην χάνει παραδόσεις και εξεταστικές και να γυρίσει μια ώρα αρχύτερα στην πόλη του;

—VI.—

— «Για τον Θεό, Χάρη! Άνοιξε, επιτέλους!»

Η, ακαθόριστα, οικεία φωνή που τον ξύπνησε το πρωινό εκείνης της Πέμπτης ακουγόταν τόσο αγωνιώδης που εστάθη αδύνατον να τη σουσουμιάσει, όπως θα ‘λεγε η συγχωρεμένη η προγιαγιά του.

— «Ευτ… Θεία Ευτυχία!» Ντράπηκε, καθώς συνειδητοποίησε ότι την είχε υποδεχτεί −εκείνη, μία κυρία του κόσμου− με το σώβρακο και την φθαρμένη φανέλα του, όμως η γυναίκα του θείου του έμοιαζε να μην προσέχει τίποτα, ούτε καν πόσο φτωχικό ήταν το δωματιάκι του. Κάτι πολύ σοβαρό θα έπρεπε να συμβαίνει και, όσο κι αν τον είχαν πικράνει και σχεδόν διώξει με το σκατόφτυαρο (έτσι θα έλεγε η γιαγιά −σε καλό του, πού τους θυμήθηκε τους πεθαμένους;), δεν μπόρεσε να πληρώσει την Ευτυχία με το ίδιο νόμισμα. Στο κάτω−κάτω, εκείνη μια ξένη ήταν· κι αν δεν τον χώνευε, δικαίωμά της ήταν.

— «Ο θείος Σωτήρης; Συνέβη κάτι στον θείο;» ρώτησε με πραγματικό ενδιαφέρον και στη συνέχεια, προθυμοποιήθηκε να φτιάξει καφέ.
— «Α, μην μπαίνεις στον κόπο… Πίνω μόνο κρύο Νεσκαφέ. Μήπως σού βρίσκεται;» Τι να του βρίσκεται, λέει;
— «Εγώ… δεν… Αλλά μπορώ να πεταχτώ να αγοράσω. Στην άλλη γωνία είναι το…»
— «Μια που θα βγεις, σε παρακαλώ, πάρε μου κι ένα Μιστράλ… Ξέρεις, αποφεύγω να καπνίζω μπροστά στον θείο σου. Τον ενοχλεί ο καπνός. Μου το επιτρέπει μόνον όταν βγαίνουμε κι αυτό, με μέτρο!»
Τίποτα λογικό δεν είχε εκείνο το πρωινό! Η Αγγελική ξαφνιάστηκε και μετά τρόμαξε. Νεσκαφέ, πώς! Είχε! Τα πάντα έφερνε στο μαγαζί! Και Μιστράλ είχε. (Και περιέργεια είχε! Τι σόι επίσκεψη ήταν αυτή που έπινε κρύο Νεσκαφέ και κάπνιζε Μιστράλ; Γυναίκα ήταν… και μάλιστα «του καλού κόσμου», αυτές τα κάπνιζαν αυτά τα τσιγάρα! Η ζήλια, όχι απλώς την τσίμπησε· την κέντησε.)

— «Έτσι, που λες, αγόρι μου…», έσβησε το ένατο τσιγάρο της στο τασάκι του. (Όχι, εκείνος δεν κάπνιζε −ακόμη−, το τασάκι διαφημιστικό ήταν, του το ‘χε δώσει η Αγγελική «μην και σου ‘ρθει κανείς που καπνίζει· να ‘χεις…», που της έφερναν έναν σκασμό, με τα τσιγάρα.

«Αγόρι μου»; Κι εξομολογήσεις; Η Ευτυχία; «Να μην μπλέξεις… Μείνε μακριά, όσο μπορείς, από την Ευτυχία», του πατέρα του τα λόγια που, ίσα πια, έφταναν στ’ αυτιά του.

Η Ευτυχία ήταν στα τριάντα έξι. Δώδεκα χρόνια μικρότερη από τον θείο Σωτήρη. Όμορφη και ζουμερή, έφερνε −όπως έλεγαν οι συγγενείς− στη Σοφία Λώρεν. Πράγματι. Το παρατήρησε άλλωστε κι ο ίδιος στην, σχετικά πρόσφατη, επίσκεψη−ναυάγιο, στις αρχές του φθινοπώρου. Το διεπίστωνε και τώρα, όσην ώρα την παρακολουθούσε να του εξιστορεί το πάθος της με τα χαρτιά, το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει, τα όσα δεν γνώριζε ο θείος του και, το κυριότερο: τη δουλειά που του πρότεινε και, από την οποία θα έπιανε καλά λεφτά· αρκεί να την βοηθούσε οικονομικά όποτε είχε χασούρα… «Δανεικά, φυσικά!», τον κοίταξαν βαθιά στα μάτια, τα υγρά, δικά της.

—VII.—

O θείος του, όπως του είχε πει η Ευτυχία, ήταν άνθρωπος δίχως ιδιαίτερες ευαισθησίες. Βεβαίως, της παρείχε τα πάντα, όλα όσα θα ήθελε ν’ απολαμβάνει κάθε γυναίκα: το καλό του όνομα, υψηλή θέση στην κοινωνία, χάρη στις γνωριμίες του και τις φιλικές σχέσεις του με όλα σχεδόν τα στελέχη της κυβερνήσεως, ρούχα, κοσμήματα, χοροεσπερίδες, δεξιώσεις, ταξίδια… Της επέτρεπε δε, κάθε Πέμπτη, να δέχεται φίλες και φίλους −«εξέχοντα μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας»− για το καθιερωμένο χαρτάκι τους. Άλλες δύο φορές την εβδομάδα το παιχνίδι στρωνόταν σε άλλα σπίτια, αλλά με περισσότερα, πολύ περισσότερα χρήματα. Για την ακρίβεια, επρόκειτο για χαρτοπαικτική λέσχη. Φυσικά, επειδή όλοι ήταν −όπως εκείνη− άτομα υπεράνω πάσης υποψίας, η αστυνομία δεν τους είχε ενοχλήσει (στο κάτω−κάτω, τι την ενδιέφερε την αστυνομία το παιχνίδι τους όταν είχε να επιτελέσει σημαντικότερο έργο, εκείνο, της παρακολούθησης και σύλληψης των εχθρών του καθεστώτος!)

— «Εσύ, το μόνο που έχεις να κάνεις, είναι να μας προφυλάσσεις από ενδεχόμενη έφοδο. Μπορεί να είμαστε ευϋπόληπτοι πολίτες, αλλά καλοθελητές υπάρχουν πάντα…»

To «πακέτο» έγινε ακόμη ελκυστικότερο, όταν του εξήγησε ότι, εκτός από την αμοιβή του, σε εβδομαδιαία βάση, θα μετακόμιζε σ’ ένα δυάρι, στην Μαυρομματαίων, απέναντι από το σπίτι−λέσχη, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί απρόσκοπτα την κίνηση και να ενημερώνει τηλεφωνικά σε περίπτωση που κάτι του φαινόταν ύποπτο· έστω και το παραμικρό. Οι όροι ήταν συγκεκριμένοι και ιδιαίτερα απλοί στην εφαρμογή τους: για κανέναν λόγο δεν θα επισκεπτόταν το σπίτι, ούτε κατά τη διάρκεια των συναντήσεων της παρέας ούτε οποιαδήποτε άλλη ημέρα και ώρα. Κι επίσης, δεν θα αποκάλυπτε ποτέ, τίποτα στους γονείς του και στον θείο του. Ό,τι και αν συνέβαινε.

Όλα ήταν απλά και ξεκάθαρα. Σπίτι με όλα τα έξοδά του πληρωμένα, κοντά στο Πολυτεχνείο, σχεδόν απεριόριστος χρόνος για διάβασμα, και χαρτζιλίκι που θα του επέτρεπε, εκτός από την κάλυψη των καθημερινών του μικροεξόδων και της διατροφής του, να κρατά στην άκρη χρήματα για την οικογένειά του.
Ιδιαίτερα ξεκάθαρη, ωστόσο, δεν ήταν η φύση της δουλειάς. Στην ουσία, συμμετείχε σε κάτι παράνομο, θα γινόταν έτσι μέλος μιας συμμορίας, έστω και «ευϋπόληπτων πολιτών».

— «Σκέψου το. Τη Δευτέρα θα έρθω πάλι. Ίδια ώρα, είναι καλά; Θέλω οριστική απάντηση.»

Η δουλειά δεν είναι ντροπή… αλλά όχι, αυτό δεν είναι δουλειά.

—VIII.—

— «Ξέρεις γιατί ήρθαμε εδώ;» του είπε περιχαρής η Αγγελική, το Σάββατο της ίδιας εβομάδας, μόλις κάθισαν στο τραπέζι της απλής ταβερνούλας, χωμένης κάπου πίσω απ’ τη Σεπολίων. «To αφεντικό, που είναι φίλος του θείου μου, ψάχνει άνθρωπο για το βράδυ· έχει κίνηση το μαγαζί, είναι κι οι σταθμοί κοντά!. Του ‘παμε για ‘σένα και, αν συμφωνείς, αυτό σημαίνει ότι βρήκες δουλειά!»

Κάπου εκεί κάμφθηκαν οριστικά οι ενδοιασμοί του. Βούρκωσε όμως η ψυχή του βλέποντας το αίμα της Αγγελικής να στραγγίζει από τα μάγουλά της, όταν της είπε πως κι εκείνος, απόψε θα της το ‘λεγε ότι είχε, τελικά, βρει δουλειά.
Από ‘κείνη τη στιγμή, η κοπέλα έχασε το κέφι της, τα χαμόγελά της ήταν βεβιασμένα, οι κουβέντες της λιγοστές ενώ, ίσα που άγγιξε τα μεζεδάκια που τους έφερνε ο κυρ−Ανέστης. Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν ο Χάρης της ξεφούρνισε ότι θα άφηνε το σπίτι και τη γειτονιά.

— «Μα… ούτε έξι μήνες δεν…»
— «Λυπάμαι, Αγγελική.Αληθινά λυπάμαι. Είχα κι εγώ αρχίσει να συνηθίζω όμως…», άφησε τη φράση του μετέωρη, δίχως συνέχεια, δίχως τελεία· αλλ’ αυτό το «όμως» είχε κάτι το τελεσίδικο.

Όλα έγιναν γρήγορα, σαν μια αλυσίδα που τη δούλευαν αόρατα χέρια να έκλεινε τις εκκρεμότητες και να τακτοποιούσε τα γεγονότα το ‘να πάνω στ’ άλλο ή στη σειρά.

Στους γονείς του είπε πως βρήκε καλή και βολική δουλειά, πως άλλαξε σπίτι και τώρα έμενε κοντά στη σχολή −τι άλλο ήθελαν κι αυτοί ν’ ακούσουν; Χάρηκαν. Κι ούτε πέρασε από το μυαλό τους η ανάμειξη της Ευτυχίας.

Γ΄ Μ Ε Ρ Ο Σ

—IX.—

Οι πολιτικές συζητήσεις πύκνωναν στη σχολή. Ο ίδιος, στην αρχή, δεν συμμετείχε. Σιγά−σιγά όμως, θέλοντας και μη, όταν τα δυο άτομα με τα οποία έκανε περισσότερη παρέα −ο Τάκης και η Κρινιώ− άρχισαν να μιλούν όλο και πιο συχνά, όλο και πιο συνωμοτικά με άλλους −δευτεροετείς, τριτοετείς αλλά και κάποιους «εξωσχολικούς»− θυμήθηκε την «εθνική επιταγή» και ντράπηκε… Ήξερε, είχε ακούσει για τους αγώνες και την εξορία του πατέρα του −ο ίδιος δεν του μίλησε ποτέ, δεν μίλησε ποτέ ξανά σε κανέναν γι’ «αυτά» από τότε που υπέγραψε, κι ο μπαρμπα−Κωστός, παλιός αντάρτης κι εκείνος, τον είπε προσκυνημένο
— «Έχω παιδί, ρε μπάρμπα!»
— «Κι εγώ; Εγώ δεν έχω παιδιά; Τι έχω, σκυλιά για γατιά;» άστραψε και βρόντηξε εκείνος.

Βρέθηκε, έτσι, και στην ανοιχτή συγκέντρωση της σχολής, όταν η διορισμένη διοικούσα επιτροπή των συλλόγων αρνήθηκε τη δημόσια συνεδρίαση, αλλά και στις δύο επόμενες συγκεντρώσεις, είκοσι μέρες μετά4  −στη δεύτερη, σα να του φάνηκε πως πήρε το μάτι του την Ευτυχία, μα αμέσως απέκλεισε το ενδεχόμενο. Τι δουλειά είχε η Ευτυχία, −η κυρία Διευθυντού− σε μια φοιτητική συγκέντρωση όπου μύριζε μπαρούτι;
Σε κανέναν δεν είχε πει ότι ο θείος του ήταν του καθεστώτος. Τι να πει, άλλωστε; Άνθρωπος δεν θα τον πλησίαζε και κανείς από τους φίλους του −που, τώρα, ήταν αρκετοί− δεν θα τον εμπιστευόταν.

Ξανακοίταξε τη γυναίκα που έμοιαζε με την Ευτυχία αλλά, κατά πολύ νεότερη. Είχε τα μαλλιά της πιασμένα σε αλογοουρά, τα χείλη της ήταν άβαφα, τα μάτια της τα έκρυβαν τεράστια μαύρα γυαλιά. Τότε, πώς στην ευχή του ήρθε πως ήταν εκείνη;

Ίσως γιατί τη σκεφτόταν συνέχεια, από τότε που… «είχε πιάσει δουλειά» και την έβλεπε να κατεβαίνει ντυμένη και στολισμένη από το ταξί έξω από την απέναντι πολυκατοικία, όπου έμπαινε λίγα λεπτά μετά, αφότου όμως πρώτα τσεκάριζε την εμφάνισή της στη τζαμαρία της εισόδου κι αφού γύριζε ανεπαίσθητα το κεφάλι της κι έριχνε μια ματιά κατά ‘κει που ήξερε πως εκείνος παραμόνευε.

—Χ.—

Δευτεροετής! Σαν ψέμα του φαινόταν που βρισκόταν δεύτερο Σεπτέμβρη στην Αθήνα. Είχε περάσει μόλις είκοσι μέρες με τους δικούς του, χρόνος ελάχιστος για τους μήνες που είχε ζήσει δίχως τους. Η πόλη του τού φάνηκε ξεφτισμένη και πληκτική κι οι ματιές των ανθρώπων της έκρυβαν κάπου φωλιασμένες μιαν έκπληξη και μια σιωπή μαζί, σαν τον κοιτούσαν και τον αναγνώριζαν μα έμοιαζαν να τον λογαριάζουν ξένο.

Η Ευτυχία με τον θείο του, παραθέριζαν στη Ρόδο. Ο Χάρης, έπρεπε −σύμφωνα με τις οδηγίες που του είχε δώσει εκείνη− να βρίσκεται στην Αθήνα πριν την επιστροφή τους. Περίεργο, όμως. Τόσον καιρό, ούτε μία φορά δεν είχε χρειαστεί να της δώσει χρήματα. «Φαίνεται, είσαι το γούρι μου!» του είχε πει, όταν της το επεσήμανε.

Τώρα, η καρδιά του χτυπούσε ανεξέλεγκτα. Θα συναντιούνταν, αυτήν την πρώτη, μετά το καλοκαίρι, φορά, σ’ ένα καφενεδάκι πίσω απ’ τ’ Αναφιώτικα. Δεν υπήρχε συγκεκριμένη ημέρα, αλλά ούτε κάποιος συγκεκριμένος τόπος, για την εβδομαδιαία συνάντησή τους −πάντα τον ενημέρωνε τηλεφωνικώς το προηγούμενο βράδυ και πάντα η συνάντηση γινόταν πρωί.

Την περίμενε. Τον αιφνιδίασε. Όχι μόνο γιατί έπεσε στην αγκαλιά του και τον φίλησε με πρωτόγνωρο −ή πρωτόγονο;− πάθος, αλλά και γιατί ήταν η ίδια κοπέλα με την αλογοουρά και τα τεράστια μαύρα γυαλιά! Η Ευτυχία!…

Τον παρέσυρε, από τα δαιδαλώδη πλακιώτικα στενά, σ’ έναν φλογισμένο στρόβιλο από τον οποίον δεν ήθελε να ξεφύγει. Δεν υπήρχε λογική, χρόνος, ενοχές. Υπήρχαν εκείνοι οι δύο· ένας.

Φουσκωμένο ποτάμι η οργή του λαού, μέρα με τη μέρα· αστέρευτο, εκείνο που συνεπήρε το είναι του και το ταξίδεψε μακριά, το εκτόξευσε σε διαστάσεις συμπαντικές.
«Ποτάμι μέσα μου πικρό το αίμα της πληγής σου, μα από το αίμα πιο πικρό, στο στόμα το φιλί σου…» του σιγοτραγούδησε η Ευτυχία πίσω απ’ τα κλειστά παντζούρια και τις ξεφτισμένες κουρτίνες ενός ακόμη «καταφυγίου» τους, ένα πρωινό που ξεστράτιζε να μεσημεριάσει.

— «Ποτέ δεν υπήρξα οπαδός της χούντας…», του εξομολογήθηκε καθώς τα ρουθούνια του εισέπνεαν καπνό με εσάνς μέντας από τα Μιστράλ της και μια υποψία Joy που ‘χε ανακατευτεί με τον ιδρώτα τους. «Ούτε χαρτοπαίκτρια.»

—ΧΙ.—

Με τον Σωτήρη, η Ευτυχία είχε παντρευτεί το 1965.

— «Έτσι έπρεπε να γίνει, Χάρη. Είχαν περάσει δύο χρόνια απραξίας και αδιαφορίας. Ήμουν κλινικώς νεκρή.
»Νωρίτερα, δεν μ’ ένοιαζε για τον εαυτό μου. Καθόλου. Ορφανή ήμουν, συγγενείς δεν είχα. Μια πατρίδα είχα· μάνα μου, σημαία μου, καρδιά μου…
»Λίγο έλειψε να με συλλάβουν μαζί μ’ άλλους εξακόσιους και βάλε, τότε5 στην Πανόρμου. Εσύ ήσουν μικρός, μπορεί και να μην θυμάσαι. Ίσως, βέβαια, ο πατέρας σου να σου έχει μιλήσει. Ίσως και να ‘ταν ανάμεσά μας, ποιος ξέρει;
»Ήταν μια βδομάδα μετά το Πάσχα του ’63… Ένα μήνα αργότερα, τον «έφαγαν», τελικά, τον Λαμπράκη…
»Ο έρωτας, ήταν για ‘μένα κάτι που ήρθε, μ’ άλλαξε, μ’ έσπασε κι έφυγε διά παντός. Ποιος; Τι; Γιατί; Τίποτα δεν είχε νόημα μετά. Εις τα εξ ων συνετέθη, πλέον, έπαψα να ενδιαφέρομαι για οτιδήποτε. Εγωιστικό, θα πεις… και μάλλον θα έχεις δίκιο. Πάντα τα ζητήματα καρδιάς θα έπρεπε να ήταν κατώτερα του ηθικού χρέους, αλλά πόσο συχνά συμβαίνει κάτι τέτοιο; Και ποια ήμουν εγώ, να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων, όταν ο κόσμος μου −ναι, ο μικροκοσμός μου, πες το κι έτσι− είχε διαλυθεί;
»Ηρωίδα δεν ήμουν. Εκείνος, ίσως και να ήταν, και να ‘ναι ήρωας. Προτίμησε να κουβαλάει τη ντροπή σ’ όλη του τη ζωή… και να αγωνίζεται μόνος του, ανώνυμα, έξω από κομματικές σημαίες.
»Αλλ’ ας τ’ αφήσω αυτά… Όπως σου είπα, καμία η σημασία τους, πλέον…»

Ο Σωτήρης δεν είχε ιδέα για τη δράση της γυναίκας που τον συγκίνησε όσο καμία άλλη έως τότε −παρόλο που ήταν ήδη κοντά στα σαράντα και κάθε άλλο παρά του είχε λείψει η γυναικεία συντροφιά− σε βαθμό να θέλει να την γνωρίσει καλύτερα και, λίγο μετά, να της χαρίσει το όνομά του και να μοιραστεί τη ζωή του μαζί της!

— «Μην με ρωτήσεις κάτι άλλο. Κράτησε μόνο αυτό: το πεπρωμένο μας, φαίνεται πως δεν αλλάζει. Ελεύθερη βούληση είναι ο δρόμος που επιλέγουμε για να καταλήξουμε σ’ αυτό. Βλέπεις, μ’ έχουν πείσει τα γεγονότα της ζωής μου…
»Α, ναι… Κράτησε και κάτι ακόμη: ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι απ’ όποιον κι αν μάθεις, να ξέρεις, σ’ αγαπώ.»

—ΧΙΙ.—

Κάθε φορά με το σταγονόμετρο. Για τον μεγάλο της έρωτα −«μην κοροϊδέψεις, μα νομίζω πως, έτσι που πάμε, θα σ’ αγαπήσω πιο πολύ κι από ‘κείνον», του ‘χε πει λίγες μέρες μετά την Πρωτοχρονιά του ’73− για την παρέα των δήθεν… «χαρτόμουτρων», όπως τους αποκαλούσε κοροϊδευτικά ο Σωτήρης, μα που στην πραγματικότητα ήταν άνθρωποι που, σαν κι εκείνη, δούλευαν συστηματικά για το ξεδόντιασμα της χούντας.

— «Κι εκείνοι, όπως εσύ, υπεράνω υποψίας;»
— «Μη ρωτάς πολλά. Ας πούμε ότι είναι απλώς… φιλήσυχοι πολίτες, χαμηλού προφίλ που, ουδέποτε απασχόλησαν τις αρχές.
»Εν αγνοία σου, συμμετέχεις κι εσύ με κάποιο τρόπο στον αγώνα. Κι ας μην ήταν επιλογή κι απόφασή σου. Τσιλιαδόρος αντιστασιακής ομάδας, στην ασφάλεια ενός αστικού διαμερίσματος. Μην με ειρωνεύεσαι, λοιπόν! Δεν ξέρεις κι ούτε θα μάθεις τι ακριβώς κάνουμε. Το ότι παίζω, όμως, το κεφάλι μου, δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις.»
— «Εγώ, στη σχολή…»
— «Εσύ, στη σχολή, ακολουθείς. Κάνεις ό,τι κάνουν οι άλλοι, αλλά το δικό σου κεφάλι σου δεν το ‘χεις βάλει στον ντουρβά. Δεν έχεις τη στόφα του ήρωα, ρε παιδί μου, πώς να το κάνουμε; Μικρούλι…,» του χάιδεψε το κεφάλι «έχεις πραγματικά μεσάνυχτα από το τι συμβαίνει κι εγώ δεν θα σου μάθω πώς να γράψεις Ιστορία.»

Είχε κιόλας έρθει η άνοιξη. Το μαρτυρούσαν οι γλάστρες στα μπαλκόνια, οι μυρωδιές του άλσους, οι μέρες που μεγάλωναν, τα σούρουπα που αργούσαν το σκοτάδι.
Μερικά στενά παραπάνω6 , δεν είχε παρά νύχτα. Κραυγές που πνίγονταν στα ντουβάρια. Ζωές που έλιωναν στα κελιά. «Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Αντρέα, μετρώ τους χτύπους τον πόνο μετρώ. Πίσω απ’ τον τοίχο πάλι θα ‘μαστε παρέα. Τακ-τακ εσύ, τακ-τακ εγώ»7
Μια ταράτσα δίχως ουρανό.

Βαριά η μομφή της Ευτυχίας, η οποία είχε αρχίσει να τον αποφεύγει. Τον τελευταίο μήνα έβρισκε διαρκώς δικαιολογίες για να μην τον συναντά. Ε, λοιπόν κι αυτός θα ‘φευγε! Κι ας έκοβαν το λαιμό τους! Άλλωστε, ποιος του έλεγε ότι πραγματικά έκαναν αγώνα κι ότι η δήθεν αντιστασιακή ομάδα, οργάνωση, τι σκατά ήταν, υπήρχε στ’ αλήθεια και, δεν επρόκειτο για ένα ψέμα, τέχνασμα, εύρημα της Ευτυχίας;

Πακετάριζε. Είχε μιλήσει με την Αγγελική που, ναι μεν τον αντιμετώπισε ψυχρά, αλλά κατά βάθος χαιρόταν που θα ξαναγύριζε στη γειτονιά τους. Ναι, φυσικά! Το υπογειάκι της κυρίας Πολυτίμης ήταν πάλι ξενοίκιαστο. Όπως δεν είχε στεριώσει εκείνος, εκεί μέσα, άλλο τόσο δεν στέριωσαν άλλοι δύο που έμειναν για λίγο κι έφυγαν.

Δ΄ Μ Ε Ρ Ο Σ

—XIII.—

Εκείνο το βράδυ, το κουδούνι του χτύπησε για πρώτη φορά μετά τόσον καιρό που ζούσε στο διαμέρισμα της Μαυρομματαίων. Είχε μαζέψει τα πάντα, έχοντας αφήσει μόνο τα ρούχα του που θα φορούσε την επαύριο και, κάποια προσωπικά του είδη που θα έμπαιναν στο καρώ σακ−βουαγιάζ του (είχε φροντίσει να ξεφορτωθεί, μήνες πριν, την άθλια βαλίτσα του).
Για πρώτη φορά επίσης, δεν παρακολουθούσε την «κίνηση» έξω κι απέναντι. Αν το έκανε, θα ‘χε ανησυχήσει που η Ευτυχία δεν είχε εμφανιστεί…

— «Άνοιξε Χάρη», ακούστηκε σιγανά η φωνή ενός νεαρού, μάλλον, άνδρα. Ο κοινόχρηστος χώρος ήταν αρκετά σκοτεινός και από το «ματάκι» της πόρτας δεν μπορούσε να τον διακρίνει καθαρά. «Επείγον, από την κυρία Ευτυχία.»
— «Μα, γιατί δεν τηλεφώνησε…;» ρώτησε με απορία, καθώς ξεκλείδωνε.
— «Παρακολουθούν το τηλέφωνό σου…» κι ένοιωσε την πρώτη γροθιά στο στομάχι. Γροθιά αληθινή, από χέρι, όχι απ’ τα λόγια του άγνωστου. «Τσόγλανε!»

Πόσοι τον περίμεναν απ’ έξω; Πόσοι, απέναντι, περίμεναν τους άλλους;
Πιο βαρύ χαστούκι η, γεμάτη μίσος, ματιά του θείου Σωτήρη. Εκεί κι αυτός. Στο σκοτάδι των κατεβασμένων ρολών στα παράθυρα −ανοίχτε ρε, να μπει η άνοιξη!− και των αμπαρωμένων ματιών, πίσω απ’ αυτά.

Όχι, όχι, όχι! Δεν ήξερε τίποτα. Εκεί, απέναντι, έπαιζαν χαρτιά· αυτό ήξερε.
Μεταξύ Διοικητηρίου και Πειθαρχείου ήταν κιόλας έτοιμος να μιλήσει. Δεν αστειεύονταν στο ΕΑΤ, έτσι είχε ακούσει.
Στην αρχή, τον έβαλαν στη μέση ενός άδειου κελιού. Τέσσερις−πέντε ΕΣΑτζήδες τριγύρω του, θηρία που παίζουν με τη λεία τους. Να νοιώθει τις ανάσες τους στο σβέρκο του −όσο πιο καυτές, τόσο να παγώνει… Πού και πού, έπεφτε καμιά ψιλή.
Μετά, το «παιχνίδι» άρχισε να χοντραίνει.

Πώς του το ‘χε πει η Ευτυχία; Ότι, δεν είχε τη στόφα του ήρωα. Ε, ναι, λοιπόν! Δεν την είχε, όπως κι εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι. Ήθελε να πάρει το πτυχίο του, να γυρίσει στην πόλη του, να δουλέψει, να κάνει οικογένεια! Αυτό δεν ήταν η ζωή;

Τελικά, ξέρασε όσα −λίγα− γνώριζε. Για τη δήθεν παράνομη χαρτοπαικτική λέσχη που στην πραγματικότητα αποτελούσε τόπο και χώρο συνάντησης αντιστασιακών (γροθιές), όχι, όχι, αντιφρονούντων, ήθελε να πει… Κι αυτό, μάλιστα, το ‘χε μάθει πολύ αργότερα.
Για τον ρόλο της Ευτυχίας −μόνον εκείνην ήξερε, άλλωστε, άλλον δεν είχε δει (ξύλο), μα γιατί δεν τον πίστευαν; Αφού δεν του είχε επιτρέψει να πάει ποτέ εκεί.
Αν υποπτευόταν κάποιους; Τι σημασία είχε; Αφού, ούτε ονόματα είχε ακούσει…
Αυτό −το τι είχε σημασία και τι όχι− θα το έκριναν εκείνοι!
Όχι, με την Ευτυχία, οι δυο τους δεν συνωμοτούσαν κατά του καθεστώτος. Ήταν εραστές.

—XIV.—

Στην κηδεία της, δεν πήγε κανείς.
Ο Χάρης δεν ήξερε −αλλά και δεν μπορούσε.
Ο Σωτήρης δεν ήθελε.
Ο Δαμιανός δεν άντεχε. Ποιος ήταν ο Δαμιανός; Α, ναι. Σωστά. Ο Δαμιανός, ήταν ο πατέρας του Χάρη. Ο μεγάλος αδερφός του Σωτήρη. Ο μεγάλος έρωτας της Ευτυχίας.
Αν ήξεραν;
Ποιος; Ο Σωτήρης; Όχι.
Η Κατερίνα, η γυναίκα του Δαμιανού; Όχι…

— «Δεν την αγαπούσα. Τη λάτρευα. Αλλά ήρθε στη ζωή μου αργά. Εκείνη, κορίτσι δροσερό, αγνό, μ’ όλη τη φλόγα των είκοσι χρόνων της για την πατρίδα, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία…
»Κι εγώ… Ένας προσκυνημένος, όπως μ’ έλεγαν, πρώτος και καλύτερος, ο μπαρμπα−Κωστός. Η μάνα σου να υπομένει τον ξύπνιο και τον ύπνο μου, τους εφιάλτες μου, την ντροπή μου, τις ενοχές μου. Παθητικά. Σα να μην ήταν παρούσα.
»Η Ευτυχία με τράβηξε από το σκοτεινό μου πηγάδι. Με συμπόνεσε. Με συγχώρεσε. Με προστάτευε από παλιούς φίλους −καινούριους εχθρούς, τώρα. Οχτώ χρόνια, μόνο μού έδινε… Άδολη η αγάπη της, ανιδιοτελής. Θα μου χάριζε κι ένα παιδί. Και τότε, κιότεψα για δεύτερη φορά. Παιδί είχα· εσένα.
»Είχε κάνει ολόκληρο ταξίδι για να ‘ρθει να μου το πει. Κοίτα, τώρα, να δεις συμπτώσεις… Στο τρένο, συνταξίδευε με τον Σωτήρη, που θα περνούσε το Πάσχα μαζί μας. Ερχόταν τότε, ξέρεις. Έπιασαν την κουβέντα, εντυπωσιάστηκε εκείνος −όλο για την άγνωστη Ευτυχία του τρένου μάς μιλούσε στο τραπέζι.
»Τ’ απόγευμα βγήκαμε να πάρουμε τον αέρα μας. Ήλπιζε να ‘χει κι εκείνη βγει, να κάνει τη βόλτα της στην πλατεία. Την είδαμε σχεδόν μπροστά μας. Κέρωσα. Κέρωσε κι αυτή. Ο Σωτήρης, χαμπάρι. Το θεώρησε, μάλιστα «σημαδιακό». Μα, μήπως δεν ήταν, τελικά;
»Ήσουν κι εσύ εκεί… Θυμάσαι; Μπα, πού να το θυμάσαι, ένα τυχαίο περιστατικό, εκείνη δεν θέλησε να μας ακολουθήσει στον περίπατό μας κι εδώ που τα λέμε, με τι κουράγιο να σταθεί πλάι στην… «αγία οικογένεια», όπως συνήθιζε να μας αποκαλεί −εμένα, τη μητέρα σου κι εσένα.
»Ήταν η τελευταία φορά που την είδα. 11 του Απρίλη, 1963… Βράδυ Μεγάλης Πέμπτης, έφυγα από την εκκλησία −είπαμε, είχα πια συμμορφωθεί− στα έξι Ευαγγέλια. Είχε κρυφτεί στις σκιές, σκιά κι εκείνη… “Θα γίνεις πατέρας δεύτερη φορά”, μόνο αυτό μου ‘χε πει με συγκίνηση κι αγάπη “Αυτό δεν μπορεί να γίνει”, εγώ…
»Ενάμιση μήνα μετά, σκότωσαν τον Λαμπράκη. Ο Σωτήρης είπε πως με είχαν δει στη Θεσσαλονίκη, στη συγκέντρωση. “Γερνάς και μυαλό δε βάζεις”, οι κουβέντες του. Την Ευτυχία, λες κι είχε ανοίξει η γη και την είχε καταπιεί.
»Πέρασαν δυο χρόνια. Ώσπου ο Σωτήρης μας ειδοποίησε “διά τυπικούς και μόνον λόγους” ότι επρόκειτο να παντρευτεί και θα μας έφερνε να γνωρίσουμε τη μέλλουσα σύζυγό του.
»Ήταν αγνώριστη. Αγέλαστη. Ανέκφραστη. Κουβέντα δεν ανταλλάξαμε. Προσπάθησα −μάταια− να την πλησιάσω. Όταν έφευγαν, και την ώρα που ο αδερφός μου έκανε έναν τελευταίο έλεγχο στο αυτοκίνητο, το οποίο είχε αποκτήσει λίγους μήνες νωρίτερα, εκείνη κοντοστάθηκε δίπλα μου “το παιδί μας δεν τα κατάφερε να έρθει στον κόσμο…” ψιθύρισε και προχώρησε.
»Όταν ήρθες στην Αθήνα, φοιτητής πια, σου ‘χαμε δώσει ένα κουτί με φρούτα και αβγά. Το θυμάσαι; Εκεί, είχα κρύψει ένα σημείωμα… πέντε κουβέντες. Να προσέχεις τον Χάρη. Σ’ αγαπώ ακόμη…»

Ο Χάρης κοιτούσε αποσβολωμένος τον πατέρα του −έναν άγνωστο.

Κόκκινα, κατακόκκινα γαρύφαλλα πάνω σ’ ένα λιτό μνήμα −φρόντισαν γι’ αυτό κι οι δυο τους. Ο Σωτήρης, που ήταν σαν να μην υπήρξε ποτέ άντρας της, δεν ήξερε καν πού την είχαν χωματίσει.

— «Πώς έφυγε…; Δεν κατάφερα να μάθω… Δεν μου είπε κανείς.»
— «Η βόμβα… στο Κολωνάκι… Λένε πως συμμετείχε στην ομάδα που την τοποθέτησε. Οι αρχές ανέφεραν μόνο τον σοβαρό τραυματισμό κάποιου πολίτη8 … αλλά προστάτευσαν τον δικό τους Σωτήρη και δεν έγινε, έτσι, γνωστή η απώλεια της Ευτυχίας.»
— «Γιατί με είχες συμβουλέψει ν’ ακούω τον θείο Σωτήρη και να μείνω μακριά από την Ευτυχία…;»
— «Γιατί φοβόμουν… για ‘μένα! Είμαι τόσο λίγος. Τόσο μικρός. Τόσος δα…»

—XV.—

Άκουγε την πόρτα του μικρού υπογείου να χτυπά. Δεν άνοιγε. Από την ημέρα που έμαθε πως χάθηκε εκείνη −τον κράτησαν δύο βδομάδες στο ΕΑΤ−ΕΣΑ−, δεν πάτησε ξανά στη σχολή. Τα γεγονότα, σαν οδοστρωτήρας, περνούσαν απ’ έξω, παραπάνω, πιο πέρα, στην άλλη άκρη του χάρτη κι εκείνος αμέτοχος, ούτε καν παρατηρητής, άνοιξη −την έσβησαν στα μάτια της Ευτυχίας− καλοκαίρι −«άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά ο όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει»− με μόνη παρέα τα Καρέλια του και τον καφέ, σαν αυτόν που έπινε εκείνη.

Ανήμπορη να βοηθήσει η Αγγελική −πώς να τα βάλει μ’ ένα ανάστημα σαν της Ευτυχίας;− κι ούτε το ταψί με το φαγητό κι οι κούτες με τα τσιγάρα που κουβάλησε στη ζούλα, στο Πολυτεχνείο, την έκαναν κάτι περισσότερο απ’ ό,τι ήταν εκατοντάδες «απλοί πολίτες» που κατέβηκαν μαζί με τους φοιτητές…

—Ε π ί λ ο γ ο ς—

Είχαν περάσει τρία χρόνια. Πέντε, από τότε που είχε έρθει στην Αθήνα. Όχι, ούτε τους γονείς του είχε θελήσει να δει.

Άδικα η μάνα του ερχόταν και ξαναρχόταν −τζάμπα το ταξίδι− και κάποια στιγμή, της φάνηκε ότι ήταν ανεπιθύμητη και στην Αγγελική. «Σ’χώρα με κυρα-Κατερίνα, έχω δουλειά…», κι όταν τράβηξε το χέρι της, μόνο τότε πρόσεξε ότι στον παράμεσο γυάλιζε λεπτή κι ολόχρυση μια βέρα.
— «Εσύ να με σ’χωράς, παιδί μου…» και σηκώθηκε. «Αν θέλεις, αν μπορείς, αν τον δεις… δώσ’ του αυτά…». Άφησε το χαρτόκουτο και πήρε το δρόμο για τον σταθμό.

Μια μέρα κουράστηκε, άνοιξε την πόρτα και βγήκε.

Έπρεπε να φροντίσει για την εκταφή της. Ήταν περίεργο που, ό,τι είχε να τον κρατά ζωντανό, ήταν ένας θάνατος.

—Κάθε ομοιότητα με ονόματα, πρόσωπα και γεγονότα, είναι εντελώς συμπτωματική.—


¹ Αναφορά στη Δήλωση Μετανοίας (βλ. και εδώ)
² Ο Γιώργος Σεφέρης πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971. Η κηδεία του, δύο ημέρες μετά, εξελίχθηκε σε αντιδικτατορική διαδήλωση.
³ Από τη δήλωση του Γιώργου Σεφέρη κατά της χούντας.
Ὁ Γιῶργος Σεφέρης στὰ πρῶτα χρόνια τῆς δικτατορίας εἶχε ἐπιλέξει τὴ σιωπὴ καὶ τὴν ἄρνηση νὰ δημοσιεύσει δουλειά του στὴν Ἑλλάδα. Στὶς 28 Μαρτίου τοῦ 1969, δυὸ χρόνια πρὶν τὸ θάνατό του, ἀποφασίζει νὰ μιλήσει γιὰ πρώτη φορὰ δημόσια καὶ νὰ καταγγείλει τὴ Δικτατορία. Ἡ δήλωσή του στὸ BBC ἔκανε τεράστια αἴσθηση στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ καὶ ἔδωσε δύναμη καὶ ἐλπίδα στὸ ἀντιδικτατορικὸ κίνημα.

«Πάει καιρὸς ποὺ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ κρατηθῶ ἔξω ἀπὸ τὰ πολιτικὰ τοῦ τόπου. Προσπάθησα ἄλλοτε νὰ τὸ ἐξηγήσω. Αὐτὸ δὲ σημαίνει διόλου πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορη ἡ πολιτικὴ ζωή μας. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὡς τώρα τελευταῖα, ἔπαψα κατὰ κανόνα νὰ ἀγγίζω τέτοια θέματα· ἐξάλλου τὰ ὅσα δημοσίεψα ὡς τὶς ἀρχὲς τοῦ 1967 καὶ ἡ κατοπινὴ στάση μου – δὲν ἔχω δημοσιέψει τίποτα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τότε ποὺ φιμώθηκε ἡ ἐλευθερία – ἔδειχναν, μοῦ φαίνεται, ἀρκετὰ καθαρὰ τὴ σκέψη μου.
Μολαταῦτα, μῆνες τώρα, αἰσθάνομαι μέσα μου καὶ γύρω μου, ὁλοένα πιὸ ἐπιτακτικά, τὸ χρέος νὰ πῶ ἕνα λόγο γιὰ τὴ σημερινὴ κατάστασή μας. Μὲ ὅλη τὴ δυνατὴ συντομία, νὰ τί θὰ ἔλεγα:
Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο. Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά. Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πῶς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους.
Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον γι᾿ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος. Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου. Ὅσο μένει ἡ ἀνωμαλία, τόσο προχωρεῖ τὸ κακό.
Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς κανένα ἀπολύτως πολιτικὸ δεσμὸ καί, μπορῶ νὰ τὸ πῶ, μιλῶ χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τὸν γκρεμὸ ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ καταπίεση ποὺ κάλυψε τὸν τόπο. Αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία πρέπει νὰ σταματήσει. Εἶναι ἐθνικὴ ἐπιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στὴ σιωπή μου. Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ μὴ μὲ φέρει ἄλλη φορὰ σὲ παρόμοια ἀνάγκη νὰ ξαναμιλήσω».

4 Αναφορά στα γεγονότα του Απριλίου 1972:
01/04/1972: Πρώτη φοιτητική συγκέντρωση σε ανοιχτό χώρο, στον προαύλιο χώρο του Πολυτεχνείου.
21/04/1972: Καθιστική εκδήλωση φοιτητών στα Προπύλαια –με αφορμή την 5η επέτειο του πραξικοπήματος– κατά τη διάρκεια της οποίας επενέβη η αστυνομία και συνέλαβε ένδεκα άτομα.
22/04/1972: Συγκέντρωση φοιτητών στο Μουσείο. Με την εμφάνιση της αστυνομίας, η συγκέντρωση διαλύθηκε πριν γίνουν συλλήψεις.
5 Aναφορά στην πρώτη Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης (21/04/1963), που διοργανώθηκε από την «Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη» (ΕΕΔΥΕ). Παρόλο που η κυβέρνηση Καραμανλή φροντίζει να την απαγορεύσει και, Αστυνομία και Χωροφυλακή ανακοινώνουν ότι εκείνη την ημέρα απαγορευόταν οποιαδήποτε συγκέντρωση σε ανοιχτό χώρο, πανελλαδικά, η πορεία πραγματοποιείται με πρωτοστάτη τον ειρηνιστή Γρηγόρη Λαμπράκη (03/04/1912 – 27/05/1963).

[…] O κύριος όγκος των «οδοιπόρων της ειρήνης», περιγράφει ο Tύπος της εποχής, περί τους 3.000, αναχαιτίζεται, απωθείται, διαλύεται στους Aμπελόκηπους στο ύψος της Αγίας Tριάδας και στον Άγιο Δημήτριο, στην οδό Πανόρμου. Συλλαμβάνονται 628, ανάμεσά τους ο Mίκης Θεοδωράκης, ο Mίνως Aργυράκης, ο Aλέκος Aλεξανδράκης, η Aλίκη Γεωργούλη και πρώην βουλευτές και υποψήφιοι του κόμματος της Eνιαίας Δημοκρατικής Aριστεράς (EΔA). Στον Tύμβο του Mαραθώνα μπόρεσαν να φτάσουν τέσσερις. Ανάμεσα τους ο Γρηγόρης Λαμπράκης. Aπό τον Tύμβο θα ξεκινήσει την πορεία που θα μείνει στην ιστορία του ελληνικού ειρηνιστικού κινήματος ως η Πρώτη Πορεία Eιρήνης. Kρατάει στα υψωμένα χέρια του ένα απλό πανό με τη λέξη EΛΛAΣ και με το σύμβολο του «Συνδέσμου Eιρήνης Mπέρτραντ Pάσελ», τον κύκλο με τον τσακισμένο σταυρό, παγκόσμιο σύμβολο της ειρήνης. Θα διανύσει έτσι πέντε χιλιόμετρα προς την Αθήνα.[…] Πηγή

6 A Μπουμπουλίνας 18. Έδρα της υποδιεύθυνσης Ασφαλείας. Στα κελιά του 4ου ορόφου κρατούνταν συλληφθέντες, εξαιτίας της αντιστασιακής τους δράσης, αντιφρονούντες ενώ, στην ταράτσα του κτιρίου υφίστανται φρικτά βασανιστήρια από τους διαβόητους Μάλλιο, Μπάμπαλη, Λάμπρου και άλλους.
7 A Στίχοι από «Το σφαγείο» (στίχοι – μουσική: Μίκης Θεοδωράκης)
Γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης για τον Ανδρέα Λεντάκη (Πηγή: Ίδρυμα «Ανδρέας Λεντάκης»):

[…]Μετά τη Χούντα υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Πατριωτικού Αντιστασιακού Μετώπου, με αποτέλεσμα να βρεθούμε σε γειτονικά κελιά στο τέταρτο πάτωμα της Γενικής Ασφάλειας στην οδό Μπουμπουλίνας κάτω από την φοβερή ταράτσα, όπου τον βασάνισαν. Από κείνη την περίοδο προέκυψε και το τακ-τακ του τραγουδιού «Το σφαγείο», που μαζί με άλλα τρία δημιούργησαν τον κύκλο τραγουδιών «Τα τραγούδια του Ανδρέα», ένα ελάχιστο δείγμα της αγάπης και του θαυμασμού μου στο πρόσωπό του.[…]

8 Aναφορά στον Απρίλη του 1973, έναν μήνα ιδιαίτερα “πλούσιο” σε βομβιστικές ενέργειες (επιθέσεις και εκρήξεις) με στόχους μια τράπεζα, την οικία προέδρου της χουντικής «Ενώσεως Νέων Επιστημόνων», Κ. Τσίτουρα, στον Πειραιά (20/04), καθώς και σε αυτοκίνητα ξένων αποστολών στην Αθήνα (07/04), το Καλαμάκι και τέλος, το Κολωνάκι (21/04), όπου τραυματίστηκε σοβαρά ο περαστικός Μ. Ορφανίδης.
9 Από το ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη «Ανδρείκελα».

24 σκέψεις σχετικά με το “Ό,τι έμεινε*

  1. Την εξαιρετικά δοσμένη ιστορία που με κράτησε μέχρι το τέλος Αναστασία μου, δεν μπορώ να σχολιάσω εύκολα γιατί έζησα πολύ έντονα μια παρόμοια όταν γύρισα το 72 απ΄το Παρίσι και ήταν και ερωτική (βεβαίως βεβαίως!) και άκρως επικίνδυνη!
    Αν κάποτε συναντηθούμε (που το εύχομαι), θα σου την διηγηθώ πολύ ευχαρίστως, αλλά μέσα από το blogging ακόμα και αν αλλάξω τα ονόματα, αναγκαστικά θα θίξω άτομα που είναι ακόμα κοντά μας!
    Αχ! Είναι απίστευτο πώς ένας μεγάλος έρωτας ειδικά όταν είσαι νέος, μπορεί να σε κάνει να ζήσεις έντονες και αξέχαστες στιγμές και να σου αλλάξει τη ζωή! 😉
    Ένα μεγάλο ευχαριστώ για τη «σύνδεση»! 😛

    ΑΦιλάκια με πολύ αγάπη! 🙂

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Κάθε παρόμοια ιστορία δεν θα μπορούσε παρά να ήταν πολύ επικίνδυνη… Καταλαβαίνω δε, ότι είναι αδύνατον να δημοσιοποιηθούν κάποια πράγματα, ειδικά για τους λόγους που αναφέρεις.

      Μ’ ενοχλεί, με λυπεί, με συντρίβει που οι άνθρωποι κι οι θυσίες τους γίνονται, όσο περνά ο καιρός, «ψιλά γράμματα».

      Με συγκίνησε αυτή η «σύνδεση»…

      Να είσαι καλά, Στεφανία μου!
      Τα φιλιά και την αγάπη μου!❤

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Έχω μερικά λεπτά που κάθομαι και κοιτάζω την οθόνη… χαμένη στην ιστορία σου….
    Όσοι δεν «στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων», λοιπόν. Αλλά που μπορούν και το λένε! Και ποιος είναι άξιος να ρίξει την πέτρα;;; Όσοι μπόρεσαν να υπερβούν τον εαυτό τους, αλλά δεν ήταν αρκετό για την Ιστορία…
    Μέσα στις φουρτούνες της ιστορίας, ο έρωτας. Δύναμη κι αδυναμία…
    Έχεις δέσει εκπληκτικά τα ιστορικά στοιχεία, τα τραγούδια, τα ποιήματα!
    Σε θαυμάζω, Νατασσάκι για τη γραφή σου! Και σε ευχαριστώ πάρα πολύ που ανέσυρες την τόσο δυνατή ιστορία σου!!! ♥

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Ο «Χάρης», ο «Δαμιανός», η «Ευτυχία», είναι τρεις διαφορετικοί, μεταξύ τους, (αντι)–ήρωες. Νομίζω, οι μεγαλύτεροι τουλάχιστον, έχουμε γνωρίσει κάποιον μας θυμίζει καθέναν τους.
      Τώρα τι γίνεται, είναι το θέμα.
      Τώρα, σήμερα, που η Ιστορία παραχαράσσεται, κακοποιείται, διαδίδεται μέσα από «πειραγμένα» τσιτάτα σε κακόγουστες ζωγραφιές στα (social και μη) media και οι φασίστες παίρνουν «κεφάλι»…

      Πόσο σημαντικό είναι αυτό το δρώμενό σου, Αλεξάνδρα…
      Σ΄ευχαριστώ!

      Τα φιλιά και την καλησπέρα μου! ❤

      Μου αρέσει!

  3. Θα μπορούσε να ήταν το σενάριο μιας αληθινής ιστορίας…δεν ξέρω αν είναι όντως έτσι.. παντως μεχρι το τελος της είχε κρατήσει το ενδιαφέρον μου αμείωτο .
    Συγχαρητήρια ..να περνάς όμορφα καλό σου Φθινόπωρο..φιλακιααα!!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Σμαραγδένια μου, σε καλωσορίζω!
      Η ιστορία ήταν φανταστική, σε καμβά αληθινών (ιστορικών) γεγονότων ή/και περιστατικών.
      Με τιμούν, η επίσκεψή σου και τα γλυκά σου λόγια.

      Σ’ ευχαριστώ πολύ!
      Καλό φθινόπωρο να έχετε, εσύ κι η οικογένειά σου!
      Φιλάκια πολλά! ❤

      Αρέσει σε 1 άτομο

  4. Νατάσα μου, στο έχω ξαναπεί η γραφή σου είναι εκπληκτική και ξεχωρίζει.
    Λάτρεψα την ιστορία σου και τον τρόπο που την απέδωσες.
    Επίσης επέτρεψε μου να σου πω και κάτι που θέλω από καιρό. Λατρεύω τον τρόπο που περιποιείσαι κάθε σου κείμενο. Αναφορές, παραπομπές, επεξηγήσεις, νιώθω το μεράκι σου σε κάθε τι που αναρτάς και εύχομαι ποτέ να μην το χάσεις αυτό.
    Σε γλυκοφιλώ και σε καλημερίζω! 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

  5. Μαρίνα μου, σ’ ευχαριστώ πολύ!
    Έχει, πάντα, μιαν άλλη οπτική –και γι’ αυτό η σημασία της είναι ιδιαίτερη– η γνώμη ενός ανθρώπου της νεότερης γενιάς.

    Όσον αφορά τη «φροντίδα» των κειμένων, έχει να κάνει κυρίως με το γεγονός ότι πάντα μου άρεσε να μοιράζομαι κάτι που μαθαίνω, κάτι που με ενέπνευσε, «κάτι ακόμη»… Αλλά ναι, το κάνω με πολύ κέφι! Πάντως, πολλές φορές αυτό ευθύνεται για τις καθυστερήσεις σε δημοσιεύσεις / απαντήσεις / σχολιασμούς.😏

    Και πάλι σ’ ευχαριστώ και σε φιλώ! ❤

    Μου αρέσει!

  6. Α, ρε Νατάσα μου!
    Δεν υπάρχει η γραφή σου!
    Και κάθε φορά που θα σε διαβάζω θα χαμογελάω γιατί έτσι έπρεπε να γίνει. «Χαρτί και μολύβι» και κάνεις θαύματα!
    (Επιβεβαίωσέ μου ….την είχα διαβάσει στις Ιστορίες ε; Αυτή την αίσθηση είχα… εκείνο το καμαράκι, η Αγγελική, κάτι μου έλεγαν!)
    Σε καληνυχτώ και σε φιλώ γλυκά ♥

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Αριστέα μου,
      Την… μετάλλαξη σε «Μολύβι και Χαρτί», την οφείλω σ’ εσένα! Που με «ταρακούνησες»!
      Χαίρομαι που σας άρεσε η αλλαγή (όχι, όμως, ότι θα ξεχάσουμε τελείως και τις… τρελοστιγμές, ε;!)

      Πράγματι, την είχες διαβάσει στις «Ιστορίες» [«στα κρυφά, στη δουλειά», μου είχες, μεταξύ άλλων, σχολιάσει!]❤

      Σ’ ευχαριστώ πολύ πολύ!💕
      🍂🍁Φιλάκια πολλά, όμορφο και δημιουργικό μήνα να έχεις!🍁🍂

      Μου αρέσει!

  7. Νατάσα…. Έχω μείνει απλά με το στόμα ανοιχτό.
    Ταξίδεψα και την έζησα λες και ήμουν εκεί ανάμεσα στους.. Αντί-ήρωες σου. Γράφεις υπέροχα ρε συ…
    Ότι και να πω….
    Δεν έχω δεν θέλω να σχολιάσω τπτ
    Σου στέλνω απλά φιλί τεράστιο
    Μαρία

    Αρέσει σε 1 άτομο

  8. Καθηλωτική!! Ωραία γραφή γρήγορη ζωντανή και με ιστορικά στοιχεία ακριβή Έρωτας που ανθίζει μέσα σε στιγμές δύσκολες, άνθρωποι με ιδανικά αλλά και μικροί να αντέξουν το βάρος…Όλα τα είχε η ιστορία σου
    Σ’ευχαριστώ γι αυτό που διάβασα και ένοιωσα
    Όνειρα γλυκά

    Μου αρέσει!

  9. Κοριτσάκι μου, δεν έχω λόγια!!! Η ιστορία σου τόσο όμορφα γραμμένη, μου έφερε τους πρωταγωνιστές εδώ απέναντί μου, έτοιμους να μιλήσουν μαζί μου και να μου εξηγήσουν όλα τα ανεξήγητα…
    Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό που διάβασα Νατάσα μου, αγαπημένη!
    Πολλά γλυκά φιλιά
    Μαρίνα

    Μου αρέσει!

Γράψε κι εσύ τα δικά σου...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s