Μολύβι και Χαρτί

Η θυρωρός

i_thyroros
Πέντε και μισή. Σηκώθηκε από το λιτό, δίχως κεφαλάρι και ποδαριά, κρεβάτι της, και πέρασε στα παγωμένα πόδια της τις κάλτσες με τα ξεχειλωμένα λάστιχα και τις μπλε παντόφλες με το λευκό σιρίτι. Έβγαλε το μακρύ, φανελένιο νυχτικό της, φόρεσε τη γκρι, μάλλινη φούστα και το σκούρο γκρενά πουλόβερ, εκείνο με τη λαιμόκοψη.

Κρύα μέρα κι η σημερινή.
Στις έξι θ’ άναβε το καλοριφέρ και θα το έσβηνε στις οκτώ. Έτσι το ‘χαν συμφωνήσει στη συνέλευση κι οι οδηγίες του διαχειριστή ήταν σαφείς: καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα, το καλοριφέρ θ’ άναβε έξι με οκτώ το πρωί, δύο με τέσσερις το μεσημέρι και επτά με δέκα το βράδυ. Είκοσι διαμερίσματα όλα κι όλα, ιδιόκτητα, στα μισά και παραπάνω εξ αυτών ζούσαν και ηλικιωμένοι άνθρωποι αλλά και μικρά παιδιά.

Έπιασε τα μακριά μαλλιά της που ‘χαν αρχίσει ν’ ασπρίζουν εδώ κι εκεί κι έφτιαξε έναν σφιχτό, αυστηρό κότσο στη βάση του αυχένα της.
Έπλυνε το πρόσωπό της και κοιτάχτηκε αφηρημένα στον διάστικτο, από λεκέδες μούχλας και φθοράς, καθρέφτη.
Σαρανταδύο. Έμοιαζε τουλάχιστον πενήντα.

Σαρανταδύο· τριάντα χρόνια στην Αθήνα, μ’ έναν αρραβωνιαστικό που την παράτησε, στο ιστορικό της, δίχως άντρα από ‘κει κι έπειτα, δίχως οικογένεια να ‘χει να πει δυο κουβέντες, δίχως…

Ο κουβάς, η σφουγγαρίστρα, το μπάμπο¹ κι η χλωρίνη.
Έπιανε από τον πέμπτο και κατέβαινε, σιγά σιγά, σφουγγαρίζοντας με ιδιαίτερη προσοχή. Μάρμαρο, όχι αστεία. Κάθε μέρα σφουγγάρισμα, από πάνω μέχρι κάτω. Κάθε Πέμπτη ξεσκόνισμα και πλύσιμο τις απλίκες, τα τζάμια και τα παράθυρα των κοινόχρηστων χώρων. Κάθε Παρασκευή, σειρά είχαν οι τοίχοι. Το ασανσέρ δεν είχε ώρα.

Οκτώ με δύο και πέντε με εννέα, στο πόστο της.
Με το πλεκτό της ή με το Ντομινό² (γράμματα πολλά δεν ήξερε, πέρα από τα βασικά, αλλά τα σινερομάντζα την συνεπαίρνανε). Πότε πότε ξεσήκωνε και καμιά συνταγή, με τη βοήθεια της Θώμης, της γυναίκας του Ιάκωβου.

Ο Ιάκωβος κι η Θώμη ήταν οι θυρωροί της απέναντι πολυκατοικίας. Είχαν κι ένα παιδάκι, τον Νικηφόρο. Έξυπνο, το πουλάκι μου… Και καλότροπο.
Ζευγάρι, αυτοί, είχαν μοιράσει τις αρμοδιότητες κι έτσι η Θώμη μπορούσε να πετάγεται και να της κάνει λίγη παρέα. Τις Κυριακές, που ‘χαν τα ρεπό τους κι η ίδια κι εκείνοι, τη φώναζαν κι έτρωγαν όλοι μαζί. Τα καλοκαίρια πήγαιναν και στο Φάληρο για μπάνιο. Όταν είχαν να πάνε σε συγγενείς τους ή να τους δεχτούν σπίτι τους, εκείνης, της Αγαθής, της άρεσε να παίρνει ένα λεωφορείο και να πηγαίνει ως τη θάλασσα.
Ωραία που ήταν η θάλασσα… Της έφερνε στο μυαλό το νησί της. Έφτιαχνε καραβάκια από χαρτί και τα ‘βαζε στο νερό να ταξιδέψουν. Φανταζόταν πως μπορεί και να ‘φταναν μέχρι τα μέρη της.

Στις έντεκα, περίπου, ερχόταν ο ταχυδρόμος.

«Θες καμιά βοήθεια, Αγαθούλα;» τη ρωτούσε ευγενικά, όποτε κάποιοι φάκελλοι ήταν κακογραμμένοι και τ’ όνομα μετά βίας ξεχώριζε.
Αμέσως ταξινομούσε ανά όροφο την αλληλογραφία. Εάν κάποιοι περνούσαν πριν τις δύο, τους έδινε τα γράμματά τους στο χέρι. Διαφορετικά, η διανομή γινόταν πάντα μόλις κλείδωνε την είσοδο και πριν κατέβει στο δωματιάκι της, στο υπόγειο.

Δεν της άρεσε ν’ ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις, ήταν εχέμυθη και λιγομίλητη, τη δουλειά της την αγαπούσε και δεν ήθελε να τη χάσει. Έτσι, πάντα κρατούσε στην άκρη, κάτω από τα περιοδικά της ή την τσάντα με το πλεκτό, τα γράμματα της κυρίας Φωφώς, του δευτέρου, όπως εκείνη της είχε ζητήσει.

Κρίμα, αν κάποιος ζητούσε τη γνώμη της. Ο κύριος Φανούρης, ο άντρας της κυρίας Φωφώς ήταν ένας ήσυχος, ευγενικός, καλόκαρδος άνθρωπος και φρόντιζε να μη λείψει τίποτα από τη γυναίκα και τις κόρες του. Από κάθε λογής καλούδια, μέχρι το χαμόγελο.

Αλλά κανείς δεν της τη ζήτησε. Κι όταν η κυρία Φωφώ, νύχτα τους παράτησε για να φύγει μ’ εκείνον τον περίεργο Γκας των φακέλλων, η Αγαθή δεν μίλησε. Πόνεσε όμως η ψυχή της και τον κύριο Φανούρη και τα κοριτσάκια. Χίλια «μη, προς Θεού» του είπε, όταν της έδωσε ένα ολόκληρο χιλιάρικο για να παραλαμβάνει από το σχολικό τις μικρές στις δύο και τέταρτο, κάθε μέρα. «Μέχρι να βρεθεί κάποια λύσις, δεσποινίς Αγαθή…»
Δεσποινίς Αγαθή; Και στον πληθυντικό;

«Σε σέβονται και σε υπολήπτονται, Αγαθή», της είχαν πει ο Νικηφόρος (που είχε πια μεγαλώσει) κι ο φίλος του ο Γιάννης, παιδί θυρωρού κι αυτός, φοιτητές στην Ιατρική και οι δύο.
Οι γονείς του Γιάννη, θυρωροί σε πολυκατοικία στην Αλωπεκής, τριάντα ένα χρόνια. Κι εκείνος, φίλος με τα παιδιά των κυρίων. Κύριοι και κυρίες με τα όλα τους, όχι γιαλαντζί αριστοκράτες και φανταχτεροί νεόπλουτοι. Τον καλούσαν στα πάρτυ και τις εκδρομές τους, «μέχρι και το τραπέζι μου κάνουν! Κι όχι μόνο τώρα, που ‘χω περάσει στη Σχολή.»
«Κύριε Φαίδωνα», έλεγαν του πατέρα μου, «θα μας κάνετε την τιμή να γευματίσει μαζί μας ο Γιαννάκης;»
Τ’ άκουγε αυτά η Αγαθή και κουνούσε το κεφάλι, χαμογελώντας πού και πού. Εκείνη μπορεί να μην είχε παιδιά μα, σάμπως τον Νικηφόρο δεν τον είχαν στα ώπα ώπα οι γείτονες;

Μόνο που να, τώρα τελευταία… σαν κάτι να μην πήγαινε καλά. Η κυρία Γιόλα, αυτή που κάποτε την είχε μη βρέξει και μη στάξει, που λέει ο λόγος, την απέφευγε. Κι όταν δεν μπορούσε, η δυσφορία της ήταν ολοφάνερη.

Μήπως κάτι δεν έκανε σωστά; Μπορεί να ‘χε μεγαλώσει, κόντευε τα πενήντα πέντε, όμως ήταν ακόμη γερή σαν άλογο. Κι η πολυκατοικία έλαμπε, μάρμαρο γαριασμένο δεν έβλεπες πουθενά.

♦ ♦ ♦

Τα μαντάτα της τα ‘φερε ο καινούργιος διαχειριστής. Ιδιοκτήτης από τους παλιούς, λίγο δύστροπος μα όχι κακός.

«Αγαθή, ξέρεις πόσο σ’ εκτιμούμε. Ξέρεις καλύτερα από ‘μας πόσο ευσυνείδητα κάνεις τη δουλειά σου και θα ‘χεις καταλάβει πως παράπονο από ‘σένα, δεν έχουμε κανένα. Μόνο που, να… Οι νοικαραίοι (επτά διαμερίσματα πια, νοικιάζονταν. Οι ιδιοκτήτες τους, κάποιοι είχαν μετακομίσει και κάποιοι μετέλθει εις τας αιωνίους μονάς) δεν δύνανται να επιβαρύνονται με το αναλογούν ποσό…»
Όλο αυτό, ούτε λίγο ούτε πολύ, σήμαινε πως η Αγαθή τους έβγαινε ακριβή και στην τελευταία συνέλευση είχαν αποφασίσει να αναθέσουν τον καθαρισμό της πολυκατοικίας σε ειδικό συνεργείο, ενώ οι ιδιοκτήτες θα έβγαζαν κλειδί για την είσοδο, η οποία θα παρέμενε πια, όλες τις ώρες, κλειστή.

«Μόνο αυτό ήμουν γι’ αυτούς; Καθαρίστρια και πορτιέρισσα;» έκλαιγε το παράπονό της μ’ αναφιλητά. Τρεις, τέσσερις οικογένειες το πάλεψαν. Έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους προκειμένου να μη φύγει. Οι υπόλοιποι, αδιάφοροι ή ανένδοτοι. Με πρώτη και καλύτερη την κυρία Γιόλα, την αδελφή του κυρίου Φανούρη, που θεώρησε υπεύθυνη για «τα ρεζιλίκια που τους βρήκαν» (περσινά, ξινά σταφύλια), την Αγαθή! Από τότε της το φύλαγε, τι κι αν τα μάζεψε ο καημένος άνθρωπος κι έφυγε, μόλις τα κορίτσια τέλειωσαν τη σχολική τους χρονιά.

Στη γειτονιά, πρώτη θυρωρός που άφησε το πόστο της, ήταν η Λίτσα. Ακολούθησε η Αγαθή. Ο Ιάκωβος κι η Θώμη μετακόμισαν στη Θεσσαλονίκη, μια που ο Νικηφόρος τους παντρεύτηκε εκεί κι ανέλαβε το ιατρείο του πεθερού του.

Ο Γιάννης άνοιξε το δικό του ιατρείο στην Αλωπεκής, σε ένα από τα ακίνητα που κατόρθωσαν, με το κομπόδεμά τους, ν’ αγοράσουν οι γονείς του.

Με το δικό της κομπόδεμα, η Αγαθή αγόρασε ένα δυαράκι στη Νέα Σμύρνη και το ‘φτιαξε κουκλίστικο. Πότε πότε, ακόμη ανοίγει το σπίτι της για τους ανθρώπους που την αγάπησαν και τη στήριξαν, και για τα παιδιά τους.

Πότε πότε, δακρύζει όταν σκέφτεται πόσο άδικα έφυγε από τη ζωή η κυρία Γιόλα…


Πρώτη δημοσίευση: 3 Ιουνίου 2013 στο παλιό ιστολόγιό μου «P.ink Melani»
¹ μπάμπο= (ξεν.ονομασία: bab-o), καθαριστικό επιφανειών σε σκόνη, πολύ δημοφιλές τις δεκαετίες ’60–’70.
² Ντομινό= λαϊκό περιοδικό ποικίλης ύλης που πρωτοκυκλοφόρησε το 1958 και σταμάτησε να εκδίδεται λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80.

20 thoughts on “Η θυρωρός”

  1. «Μπάμπο και νερό, σπίτι καθαρό» έλεγε η διαφήμιση.
    Ναι, το πρόλαβα το Μπάμπο.
    Και το Ντομινό το πρόλαβα.
    Και τα καλοριφέρ να ανάβουν 7 ώρες ημερησίως πρόλαβα.
    Και τους θυρωρούς επίσης.
    Όλα τα πρόλαβα η αρτίστα!
    Γι αυτό να σέβεσαι!

    Ναι, τι να σου πω; Ότι γράφεις ωραία και συγκινητικά;
    Αυτό είναι ήδη γνωστό και χιλιοειπωμένο!
    Ενώ το οτι πρόλαβα όλα τα παραπάνω, ουδείς το γνώριζε! Μόνο ψίθυροι γύρω από το θέμα!
    Ε, ήλθε και η επιβεβαίωση!

    ΥΓ. Η ώρα είναι 01:10 κι εγώ οδεύω προς το μπολ με τα σοκολατάκια για να πνίξω τη συγκίνηση και τη νοσταλγία.
    Συνέχισε να γράφεις έτσι και δεν θα μου κάνει κανένα χειμωνιάτικο ρούχο.
    Το κρίμα στο λαιμό σου Αναστασία!

    Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Αναστασία μου, τι συγκινητική ιστορία.
    Ο επίλογος σου, μού έδειξε, πως στο τέλος ο καθένας παίρνει ότι του αξίζει. Και αυτή η κοσμική δικαιοσύνη εμένα πάντα μου δίνει μια ελπίδα. Δεν εύχομαι ποτέ το κακό κανενός, αλλά θέλω όσοι το αξίζουν να τους αποζημιώνει η ζωή.
    Να έχεις έναν πανέμορφο μήνα, με πολύ έμπνευση!💖
    Καλή Κυριακή 😘

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. 🍂🍁Καλό και δημιουργικό μήνα, Μαρίνα μου❣🍁🍂

      Παίρνει πάντα, όμως, ο καθένας, ό,τι του αξίζει…; Μακάρι να ‘ναι έτσι. Εκδικητική δεν υπήρξα ποτέ, τα συγκεκριμένα «πιάτα», κρύα ή ζεστά, μ’ αφήνουν αδιάφορη, καθώς είναι ξένα με το χαρακτήρα μου. Αλλά θέλω ν’ αποκαθίστανται οι –κάθε μορφής και λογής– αδικίες, όπως επίσης και ν’ ανταμοίβονται οι άνθρωποι που έχουν χνάρι καθαρό.

      Σ΄ευχαριστώ πολύ!
      Φιλιά πολλά, να περνάς όμορφα, διπλανούλα μου!❤

      Μου αρέσει!

  3. Ξέρεις σε τι θέλω να σταθώ αυτή τη φορά; Στην τρυφερότητα που αποπνέουν τα κείμενά σου! Δεν τη σκαλίζεις με τις λέξεις σου, όμως αιωρείται παντού!
    Με ταξίδεψες τόσο πειστικά σε μια άλλη εποχή, πιυ μπιρεί να μην την έζησα, έζησα όμως τον απίηχό της.
    Καλό μήνα να έχουμε, Νατάσσα μου! 😘🍁

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Αλεξάνδρα μου,
      Προσπαθώ πάντα, μέσα από τα κείμενά μου, να είμαι συνεπής ως προς την εκάστοτε εποχή και τους ανθρώπους στους οποίους αναφέρομαι. Αυτό συμβαίνει τόσο σε περιπτώσεις όπως της θυρωρού (που, περιστατικά και πρόσωπα είναι υπαρκτά) όσο και στις ιστορίες που, μπορεί να μην είναι αυτούσια αυθεντικές, ωστόσο κρατούν στο ακέραιο κάποια στοιχεία της χρονικής περιόδου που αποτελεί τον καμβά τους, αλλά και των χαρακτήρων που «δανείζουν» κομμάτια τους στα πρόσωπα των ιστοριών αυτών.
      Μακάρι, πράγματι, να τα καταφέρνω!

      Σ’ ευχαριστώ πολύ για το δικό σου, τρυφερό σχόλιο❣
      Καλό κι όμορφο μήνα! 🍂🍁

      Αρέσει σε 1 άτομο

  4. Μαζί με τα μπάμπο και τις χλωρίνες, μ’ έβαλες στη χρονομηχανή σου και γύρισα πίσω στην ασπρόμαυρη ηθογραφία της εποχής με τα θυρωρεία και τους φιλότιμους ανθρώπους που μοχθούσαν για να μη λείψει τίποτα στους ενοίκους. Θυμήθηκα την εξαιρετική ταινία «Στουρνάρα 288» μ’ έναν Ορέστη Μακρή να αποδίδει άψογα τον σπαραξικάρδιο ρόλο του. Ή τον Βέγγο με τις εφτά αδερφές και την κα Καλιακούδα που την έπαιρνε στην πλάτη του όταν χάλαγε το ασανσέρ…
    Νατάσα μου έχεις ένα ευλογημένο χάρισμα, να στήνεις ταινίες μικρού μήκους και να μας βάζεις όλους θεατές και κοινωνούς των ηρώων σου και των ιστοριών τους. Οι μικρές λεπτομέρειες των συνηθειών εκείνης της εποχής, είναι οι άψογες πινελιές σου για να μας βάλεις στο κλίμα. Κι οι ήρωες σου, είναι οι απλοί άνθρωποι του μόχθου, οι έντιμοι εργάτες της ζωής, που μέσα απ’ τα κείμενά σου, γίνονται πρωταγωνιστές μιας παλιάς εποχής που σημαδεύτηκε απ’ τις κοινωνικές ανισότητες (καλή ώρα…)
    Συγχαρητήρια!!!
    Και καλό μήνα!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Μοναδικές ταινίες, τόσο η «Στουρνάρα 288» όσο και ο «Παπατρέχας».
      Δύο δεκαετίες (’50–’60) με σπουδαία ηθογραφία. Γραμμένες και σκηνοθετημένες με ιδιαίτερη φροντίδα και σεβασμό, με ερμηνείες ανεπανάληπτες (κι όλα αυτά, παρόλο το χαμηλό μπάτζετ!)

      Πάντα οι «ανώνυμοι», απλοί άνθρωποι του μόχθου ήταν και είναι πρωταγωνιστές της ζωής κι αυτούς θέλω να μνημονεύω και να τιμώ, όπως και όσο μπορώ με το μικρό μου μολυβάκι!

      Πόσα έχουν αλλάξει από τότε… και πόσο ίδια έχουν μείνει…

      Μαρία μου, πολύ σ’ ευχαριστώ!
      Καλό και δημιουργικό μήνα!

      Μου αρέσει!

  5. Δυο θυρωρούς «έζησα» πέντε χρόνια σε κάθε πολυκατοικία μόνη με τον γιο μου, (πριν με τους γονείς μέναμε σε μονοκατοικία). Η τρίτη παντρεμένη πια, δεν «χρησιμοποιούσε» θυρωρό γιατί ήταν σχετικά καινούργια, μετά μεταφερθήκαμε στο βουνό «μου» 40 χιλιόμετρα μακριά απ΄την Αθήνα!
    Και οι δυο θυρωροί που «γνώρισα» ήταν άνδρες εργένηδες και σύμφωνα με φίλους καλά πληροφορημένους ήταν και οι δυο χαφιέδες… χούντα τότε, έτσι ήμουν και διπλά προσεχτική! 😉
    Αχ! μπράβο Αναστασία μου, έχεις αυτό το αναμφισβήτητο χάρισμα να μεταφέρεις ακόμα και τις μυρωδιές μιας εποχής χίλιες φορές πιο ανθρώπινης αλλά εξ’ ίσου σκληρής που για όσους την έζησαν, δεν νομίζω πως θα τη ξεχάσουν εύκολα, όπως και το φορτωμένο μπακάλικο κάθε γειτονιάς, άνδρο του κουτσομπολιού!
    Ένα ακόμα ευχαριστώ για μια ακόμη σύνδεση!

    ΑΦιλιά πάντα καρδιάς και καλό μήνα να έχουμε! 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Σκληρή με τα «σουσούμια» της και για τους λόγους τους, κάθε εποχή. Άνισα σκληρή, βέβαια…
      Για τους «θυρωρούς–χαφιέδες» έχω ακούσει κι εγώ, αλλά ευτυχώς, στη γειτονιά μας δεν είχαμε τέτοιους. (Είχαμε… άλλων επαγγελμάτων και ιδιοτήτων.)
      Τους χαφιέδες που θυμάμαι έντονα, ήταν ταξιτζήδες. Η χούντα έδινε αβέρτα άδειες κι ήταν αυτοί που για πολλά ακόμη χρόνια μετά το ‘παιζαν εξουσία…

      Εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ, Στεφανία μου, για τις πολύτιμες «μοιρασιές»!
      Να είσαι καλά, καλό κι όμορφο μήνα να ‘χεις!
      Φιλιά!❤

      Αρέσει σε 1 άτομο

  6. Με ταξιτζήδες χαβιέδες δεν μπορούσα να έχω πάρε-δώσε γιατί μια πλούσια θεία, μου έκανε δωρεά ένα φιατάκι 500 για να γλυτώσει την ψιλή φορολογία και μ΄ αυτό γινόντουσαν και διάφορες «μετακινήσεις» σε μέρη ασφαλή! 😉 (ακόμα και πέντε άτομα χωρούσαν!) αχαχαχα! 😛
    Έχω την αίσθηση πως ο κόσμος δεν πολυσυμπαθεί από τότε τους ταξιτζήδες… άσχετο με τα θυρωρεία αλλά σχετικό με αυτή την εποχή! 😉
    Καλή μας βδομάδα! ❤

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ήμουν πολύ μικρή μεν, αλλά στη γειτονιά υπήρχε συνεργείο για τοποθέτηση / επισκευή ταξίμετρων, άρα μάζωξη του «σιναφιού» επί καθημερινής βάσεως. Ήμουν περίεργο παιδάκι, με τεντωμένα αυτάκια και μεγαλώνοντας «μετέφραζα» τις πληροφορίες, οπότε και μάθαινα / επιβεβαίωνα.
      Αρκετά χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, ένας από δαύτους άνοιξε επιχείρηση στην περιοχή κι η συμπεριφορά του ήταν τραμπουκίστικη (άσε δε, που ο «κύκλος» του αποτελείτο από παρόμοιους τύπους). Δεν θα με εξέπληττε αν μάθαινα ότι υπήρξε ένα από τα πρώτα μέλη της ΧΑ, ειλικρινά.
      Πράγματι, άσχετο με τα θυρωρεία (ουχί με πολλούς θυρωρούς), αλλά σίγουρα πολύ σχετικό με την εποχή. Και ναι, είναι από τότε που δεν πολυσυμπαθούμε τους ταξιτζήδες!

      Καλή εβδομάδα, Στεφανία μου!❤

      Αρέσει σε 1 άτομο

  7. Νατάσα μου, δεν πρόλαβα το μάμπο, θυμάμαι όμως το Ντόμινο. Η ιστορία της Αγαθής με συντάραξε. Και ήταν ακόμη πιο συγκινητικό το γεγονός ότι πρόκειται -έστω και με παραλλαγές- για αληθινή ιστορία. Αυτή η γυναίκα ήταν πραγματικά καλόκαρδη. Συγχώρεσε ακόμη κι εκείνη που της άλλαξε τη ζωή. Τρομερή γραφή, φίλη μου.

    Μου αρέσει!

  8. Τους θυρωρούς τους πρόλαβα στο τέλος τους, όταν ερχόμουν πιτσιρίκι τα Χριστούγεννα στην Αθήνα.
    Μετά, θυμάμαι όταν πηγαίναμε επίσκεψη στους συγγενείς , έβλεπα άδειο το πόστο, αλλά δεν ήξερα τι είχαν απογίνει οι θυρωροί.
    Με έκανες και με τις δυο ιστορίες Νατασάκι …λιώμα! Βλέπεις τις διάβασα παρέα!
    Πάω να ντεκουπάρω να ανέβω! αχαχα!
    Φιλάκια πολλά! 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ορίστε τι παθαίνουμε με τα… λυπητερά μου!
      (Το μεθεπόμενο κείμενο θα ‘ναι… χαρωπό! Γράφεται…)

      Ναι, κάπως έτσι ερχόταν «το τέλος» των θυρωρών. Συνήθως, όλως τυχαίως έβγαιναν «ασύμφοροι» και παύονταν των καθηκόντων τους…
      Βέβαια, υπήρχαν και οι χαφιέδες (όπως επισημαίνει, πιο πάνω, η Στεφανία) αλλά αυτοί δεν χάνονταν, όλο και κάπου βολεύονταν εάν κι εφόσον έχαναν το πόστο τους!

      Αριστέα μου, καλό ντεκουπάρισμα! (Πάλι θαύματα θα κάνεις!)
      Φιλάκια πολλά!❤

      Μου αρέσει!

Γράψε κι εσύ τα δικά σου...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: