«Όλα, θέλω να τα ξέρω όλα!»

ola-thelo-na-ta-ksero

Η κυρία (μας) Σοφία (μας) ήταν μια γυναίκα δίχως ηλικία. Ποτέ δεν την είχε κρύψει, σχεδόν συνομήλικη ήταν με τον γνωστό επίτιμο–απέθαντο (του έριχνε κι οκτώ μήνες, αλλά εκείνη «έφυγε» αρκετά χρόνια νωρίτερα), και ξέρεις τι έλεγε ο θείος Oscar (Wilde):

Ποτέ μην εμπιστεύεσαι τις γυναίκες που λένε την πραγματική τους ηλικία. Αφού μπορούν να πουν αυτό, μπορούν να πουν τα πάντα.

Όμως, είχε μιαν απίστευτη ομορφιά και μια μεγαλειώδη αύρα που δεν σ’ άφηναν να σκεφτείς τίποτ’ άλλο όταν την αντίκριζες!
Δεν είχε φωτογραφίες από τα νιάτα της. Ή ίσως είχε, αλλά δεν τις έδειχνε. Αρκεί να σου πω όμως, ότι στην ταυτότητά της, ήταν ίδια η Marlene Dietrich!
Γυναίκα «του κόσμου», με κύκλο αξιοζήλευτο και γνωριμίες πολλές. Mε μόρφωση above average, όχι μόνο για την εποχή της.

Θ’ αναρωτιέσαι, λοιπόν, τι μπορεί να κάνει έναν τέτοιον άνθρωπο, μια τέτοια γυναίκα, να γίνει κουτσομπόλα (στα γεράματα!) Ίσως, η ζωή που περνά και χάνεται… Ίσως το γεγονός ότι κουβαλούσε στους ώμους της πολλά μυστήρια κι ένα ομιχλώδες παρελθόν, και στην προσπάθειά της να προστατέψει τους αγαπημένους της αλλά και τον εαυτό της, κρατώντας τα διά παντός κρυφά, να ανακατευόταν στις ζωές των άλλων, «μαγειρεύοντας» φρέσκια τροφή.

Τι ακουγόταν για το δικό της παρελθόν; Δεν θα σου το αποκαλύψω, δεν χρειάζεται άλλωστε. Ας πούμε ότι σώπασε και κοιμήθηκε κι αυτό, μαζί της.

Όσο, λοιπόν, η κυρία (μας) Σοφία (μας) διήνυε τη δεκαετία των πρώτων της –ήντα, δεν την έβλεπε ούτε το σπίτι της ούτε η πολυκατοικία! Τα πρωινά, μαγαζιά, καφεδάκι με τις φιλενάδες της στου Zonar’s, κομμωτήριο, μοδίστρα. Τ’ απογεύματα και το βράδυ, τσάι, χαρτάκι, θέατρο, Λυρική, δείπνα. Αργότερα, όσο τα χρόνια περνούσαν, αυτό το διαρκές πηγαινέλα την κούρασε. Κράτησε «λίγους και καλούς» –φίλες και φίλους– και ενέταξε στις πρωινές δραστηριότητές της τις επισκέψεις στην πολυκατοικία και τη γειτονιά.

Πρώτος καφές της ημέρας στο σπίτι της ή στο δικό μας. Φαίνεται, παρουσιάζαμε ενδιαφέρον ως οικογένεια, διαφορετικά δεν μπορώ να την εξηγήσω τέτοια αγάπη! Το τι καλούδια με φίλευε κάθε φορά, τα καλοκαίρια που δεν είχα σχολείο και πήγαινα σπίτι της με τη μαμά μου… αλλά και το τι γλυκάκι, κουλουράκι, ζελεδάκι, ταρτάκι έφερνε κάθε φορά που ερχόταν εκείνη σ’ εμάς, ήταν το κάτι άλλο! Μπαλονάκι γινόμουν! (Eυτυχώς, πηγαίναμε για μπάνιο, ήταν ακόμη ανθρώπινες οι συνθήκες και οι παραλίες καθαρές, δίχως τη γνωστή συμπούρμπουλη με τα ταπεράκια, ενώ καθόσουν όπου έστρωνες, δεν χρειαζόταν να πληρώνεις την ξαπλώστρα για συλλεκτικό κομμάτι Jaime Hayón! Mετά έρχονταν κι οι διακοπές και κάπως έστρωνε το κορμί!)

Ολιγομίλητη και μετρημένη η μαμά μου, δεν έπιανε κουβέντες που θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να εκθέσουν πρόσωπα και καταστάσεις. Και δώσ’ του να ρίχνει δολωμένη πετονιά η κυρία (μας) Σοφία (μας), κι όσο δεν μιλούσε η μαμά, τόσο το χόντραινε το παιχνίδι! «Πάρε ένα χαρτζιλικάκι, κορτσούδι μου, να πάρεις το αγαπημένο σου δισκάκι!» (Τότε είχαμε βινύλιο, τα «δισκάκια» ήταν 45άρια ή 33άρια LP). Tι κι αν με νουθετούσαν να ευχαριστώ με ευγένεια αλλά να μην το παίρνω το χαρτζιλικάκι, εγώ ήμουν πολύ καταδεχτικό! Και δισκάκια έπαιρνα, και περιοδικά (Μανίνα και Κατερίνα, μου έπαιρναν οι γονείς μου. Όλα τ’ άλλα, Μίκυ Μάους, Τιραμόλα, Σεραφίνο, Λούκυ Λουκ, Πάτυ, Χαρούμενο Κορίτσι… η κυρία Σοφία! Αμέ!)

Με τους δικούς μου, εξαιρετικούς χειρισμούς, έφτασε εποχή που την είχαμε οικότροφο, επί καθημερινής βάσεως! Μετά τον καφέ, έκανε τη γύρα της, μας έφερνε «φρέσκα νέα», η μαμά μου σιδέρωνε κι άκουγε τα οικογενειακά του απέναντι μαγαζάτορα, τα γκομενικά της κομμώτριας, τα παράπονα του φούρναρη, τα μυστικά της κρεβατοκάμαρας των από κάτω, «Σοφία μου, έλα να πούμε τα δικά μας, τι με νοιάζουν εμένα αυτά;» Η άλλη, πετούσε ένα «καλά λες…» αντάλλασσε δυο–τρεις σαχλαμάρες μ’ εμένα και ξανά τα ίδια!

Κάπου εδώ να συμπληρώσω ότι παντού, όπου «χωνόταν», πήγαινε με το κατιτί της! Ευτυχώς, είχε έρθει η ώρα να γίνουν άλλοι μπαλόνια, ενώ εγώ, ήδη απολάμβανα φοβερά προνόμια έναντι αυτών!

Eίδαμε και πάθαμε να περιορίσουμε τις ώρες επισκέψεων, οι οποίες με τον καιρό είχαν πυκνώσει και πολλές φορές συνέπιπταν με τις ώρες κοινής ησυχίας.

Από την άλλη πλευρά, μπήκαν σε εφαρμογή «τα μεγάλα μέσα», δηλαδή υπέροχα (ομολογουμένως!) και πολύ καλόγουστα διακοσμητικά! Ένας μικρός ελέφαντας καμωμένος από μικροσκοπικά κομμάτια καθρέφτη (veritable Ινδός!), ένα σκεύος από τερακότα, ένας κρυστάλλινος άγγελος, κηροπήγια, αρωματικά κεριά (δυσεύρετα, τότε), κούπες «για το γάλα του παιδιού» (εμένα του παιδιού!)
Φυσικά, ήξερε σε τι χέρια να τα παραδώσει, έτσι;

Είχα, ωστόσο, καταλάβει πια, ότι όλο αυτό που συνέβαινε με τα δώρα και τα χαρτζιλικάκια, επρόκειτο για «ανταλλαγή». Αυτό που δεν καταλάβαινα, είναι το γιατί. Εφόσον από τη μαμά μου δεν έπαιρνε κουβέντα, ούτε για τα οικογενειακά μας, ούτε για κανέναν άλλον από τη γειτονιά… τότε…;

Παράλληλα, η μητέρα της τότε κολλητής μου από την πολυκατοικία, άρχισε να παραπονιέται για τις αδιάκριτες επισκέψεις της κυρίας (μας) Σοφίας (μας) στο σπίτι της. Ναι, ναι! Με όλα τα… παρελκόμενα: δωράκια, χαρτζιλικάκι στα παιδιά (ήταν και δύο αυτά, ενώ εγώ ερχόμουν πιο οικονομική!) και… μεταφορά «υλικού» απ’ όλη τη γειτονιά (και από το σπίτι μας! Διότι, βλέπεις, δεν είναι μόνο το τι λέει ή δεν λέει κάποιος, είναι και το τι βλέπει ο άλλος! Κι όταν θέλει να δει, πιο πολλά μαθαίνει μαντεύοντας, παρά ξεψαχνίζοντας!)

Δυστυχώς, η μαμά–κολλητής, δεν ήταν διακριτική. Εκτός του ότι, ένα μάθαινε – δεκαπέντε διέδιδε, δεν κρατούσε κλειστό το στόμα της, ούτε για τα δικά τους οικογενειακά, μ’ αποτέλεσμα… Ε! Μπορείς να το μαντέψεις! (Ούτε εδώ χρειάζεται να αναφέρω λεπτομέρειες).

♦ ♦ ♦

Περνούσε ο καιρός και τα χρόνια, η ωραία κυρία (μας) Σοφία (μας) μεγάλωνε, ζάρωνε, γερνούσε… και πια, δεν αποχωριζόταν τα τεράστια, μαύρα γυαλιά της. Oι γονείς μου είχαν ήδη μετακομίσει, η κολλητή μου είχε παντρευτεί, ο αδερφός της ήταν στο εξωτερικό, οι γονείς τους είχαν χωρίσει.

Έμενα μόνη μου, «εργαζόμενο κορίτσι» πλέον. Μία φορά μου είχε χτυπήσει το κουδούνι, με τα μαύρα της γυαλιά, ήταν βράδυ, σε λίγο θα ‘βγαινα. «Κορτσούδι μου, έχω ωραίο παγωτό, έλα άμα θέλεις να καθίσουμε στη βεράντα, να τα πούμε… Πόσο μεγάλωσες, πόσο συγκινούμαι, πόσο…» κι έβαλε τα κλάματα.
«Κυρία Σοφία μου, έχω κανονίσει να βγω… μιαν άλλη φορά, ε;»

Μ’ αγκάλιασε και μου φίλησε τα μαλλιά, όπως έκανε όταν ήμουν μικρή. «Ναι, καρδούλα μου, ναι πουλάκι μου… Να βγεις, να βγεις τώρα που είσαι νέα! Να ‘χεις φίλους, να μην μείνεις μόνη… Μιαν άλλη φορά…»

Δεν την ξαναείδα παρά μία ή δύο φορές ακόμη. Συνήθως την απέφευγα μάλιστα. Παρόλο που, αν εξαιρέσει κανείς το κουτσομπολιό, ήταν μια γυναίκα – σχολείο. Μυαλό ανοιχτό σε όλα τα θέματα. Άποψη.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Πολλά. Θέλησα να τη δω, να της μιλήσω. Είχα καταλάβει, είχα ερμηνεύσει το γιατί της «ανταλλαγής».
Η ζωή, που κάποτε ήταν γαλαντόμα μαζί της, της είχε κλείσει την πόρτα κατάμουτρα, αντικρίζοντας την παρακμή της ομορφιάς, της νιότης. Ένας–ένας έφευγαν οι φίλοι της, μία–μία έσβηναν οι απολαύσεις, ο κόσμος άλλαζε, η κοινωνία το ίδιο κι εκείνη, ρουφούσε με το καλαμάκι ό,τι μπορούσε από τις ζωές των άλλων. Ήθελε να ‘χει συμμετοχή σ’ αυτές, να ‘χει λόγο, να ‘χει ρόλο.

Μια βόλτα στην παλιά μου γειτονιά, ένας καφές στην κοπέλα που είχα πουλήσει το σπίτι. Εκείνη μου είπε πως, «η καημένη… Πέθανε… Μια σταλίτσα είχε μείνει, στο τέλος είχε χάσει τελείως τα μυαλά της, όλη μέρα τριγυρνούσε με τη νυχτικιά, απεριποίητη… Φορώντας διαρκώς μαύρα γυαλιά…»

Πότε–πότε, κοιτάζω τον μικρό ελέφαντα (veritable Ινδός, είπαμε!) Πολλά μικρά κομμάτια καθρέφτη έχουν πια ξεκολλήσει. Σ’ αυτά που έχουν μείνει, ώρες–ώρες έχω την εντύπωση πως μια μορφή που μοιάζει με την Marlene Dietrich, μου χαμογελά…


• Πρώτη δημοσίευση: 1 Ιουλίου 2013 στο παλιό ιστολόγιό μου: «P.ink Melani»
• Ο τίτλος, δανεισμένος από «Το τραγούδι της κουτσομπόλας» | Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου, Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης

• Image source: Pinterest

21 σκέψεις σχετικά με το “«Όλα, θέλω να τα ξέρω όλα!»

  1. Α! την άμοιρη την κυρία Σοφία που σαν αυτή που τόσο πιστά και όμορφα περιγράφεις Αναστασία μου, δεν νομίζω πως υπήρξαν πολλές!
    Τώρα όμως γιατί όλη αυτή η εξαιρετικά δοσμένη ιστορία σου, δεν μου βγάζει και τόσο κουτσομπολιό, αλλά πιο πολύ μια απέραντη μοναξιά;
    Και πάλι με παραπέμπει σ’ εποχές που οι ένοικοι των πολυκατοικιών «μιλούσαν» μεταξύ τους και όλοι «ήξεραν» κατά κάποιο μαγικό τρόπο τα πάντα για τους πάντες; 😉
    Το σπίτι μου, ήταν πάντα ανοιχτό σε όποιον ήθελε να κάτσει στο τραπέζι τα μεσημέρια, ειδικά στις φίλες μου που έφερνα συχνά απ΄το σχολείο. Χαρακτηριστικό όμως της οικογένειας μου ήταν που κανείς μες την οικογένεια δεν μάθαινε τα νέα των άλλων και όταν έκανα παράπονα στη μαμά μου, γιατί πχ δεν μου είπε κανείς πως χώρισε η τάδε ή πέθανε ο τάδε, μου απαντούσε, «νόμιζα» πως το είχες μάθει! Αυτό πάλι είναι το αντίθετο του κουτσομπολιού και συνεχίζεται και στις μέρες μας!!! 😛
    Καλό δεν θα ήταν να μη φοβάται κανείς να μιλά γύρω του για τ’ απλά γεγονότα της ζωής του; 😉
    «Καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται»! έτσι δεν είναι;

    ΑΦιλάκια πολλά και συγκινημένα! 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Το κακό ξεκινά με τα νέα που «μεταφέρονται». Δεν είναι τυχαίο που οι άνθρωποι αισθάνονται άνετα μ’ εκείνους που θα τους ακούσουν αλλά «δεν θα τα πάνε παραέξω». (Αν θέλαμε, άλλωστε, να τα μαθαίνουν όλοι, όλα… θα τοιχοκολλούσαμε ανακοίνωση, κάτι σαν ημερήσια εφημερίδα! Άσε, δηλαδή, που πολλοί το κάνουν, πλέον, στα social media!)
      Καθένας μας είναι ελεύθερος να μιλά για ό,τι τον αφορά και, φυσικά, «καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται», αλλά να είναι επιλεκτικός, πιστεύω.
      «Καλημέρα, πώς είσαι;» με «καλημέρα, τι κάνεις, καλά; Μπράβο!»… έχει διαφορά.

      Πάντως, είχε μια… χαριτωμενιά αυτό που, πολύ εύστοχα, επισημαίνεις: «όλοι ‘ήξεραν’ κατά κάποιο μαγικό τρόπο τα πάντα για τους πάντες»
      Και, πλην εξαιρέσεων –»κακών» κουτσομπόληδων– υπήρχε έγνοια, συμπαράσταση στα δύσκολα, συμμετοχή στις χαρές.

      Η κυρία Σοφία ήταν… κατηγορία μόνη της! Δεν μου έχει ξανατύχει να συναντήσω παρόμοια προσωπικότητα (με τα υπέρ και τα κατά της), ίσως έναν άντρα που, όμως, μπροστά της δεν πιάνει μία!

      Στεφανία μου, πολύ σ’ ευχαριστώ!
      Σε καλησπερίζω και σε φιλώ!❤

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Νατασούλα μου, λατρεύω να έρχομαι στο blog σου, κάθε φορά μια ωραία ιστορία που μιλά στην καρδιά και δίνει παράλληλα μηνύματα ή απόψεις σωστές που πρέπει να ακούγονται.
    Τα συναισθήματα μου στο τέλος της ιστορίας ανάμεικτα. Λίγο που στεναχωρήθηκα για όλους τους μοναχικούς ανθρώπους που βρίσκουν ότι μπορούν για να γεμίσουν τις στιγμές τους, λίγο γιατί υπάρχουν άνθρωποι που το κουτσομπολιό το κάνουν κακοπροαίρετα!
    Θα μου πεις υπάρχει καλοπροαίρετο κουτσομπολιό; Θεωρητικά όχι, αλλά αν πας για παράδειγμα σε ένα event και πεις πόσο ωραία πέρασες, τι φαγητό είχαν κτλ, κους κους είναι κι αυτό, αλλά άνθρωποι είμαστε και κάτι πρέπει να λέμε, ειδικά όταν είναι καλό.
    Καλό είναι να θυμόμαστε πάντα, πως ότι δεν θέλουμε να κάνουμε σε εμάς, καλό είναι να μην κάνουμε και στους άλλους, οπότε αν θέλουμε να σέβονται την ιδιωτικότητα μας, πρέπει κι εμείς να σεβόμαστε τις ζωές των άλλων.
    Στον επίλογο σου, ένα μειδίαμα ξεπρόβαλε στα χείλη μου, για όλα αυτά τα μικρά και ασήμαντα που πάντα θα μας θυμίζουν είτε ανθρώπους, είτε στιγμές που πια αποτελούν ανάμνηση.
    Να είσαι πάντα καλά να γράφεις και να μοιράζεσαι.
    Σμουτς!

    Μου αρέσει!

    1. Για ‘μένα, το κουτσομπολιό είχε πάντα αρνητικό απόηχο.
      Ο «κοινωνικός σχολιασμός» πάλι, όχι! Αυτό, δηλαδή, που όπως πολύ σωστά επισημαίνεις ως… κους–κους! (Βέβαια, όταν ξεπερνά το μέτρο, καταλήγει κουτσομπολιό. Π.χ. δεν μπορώ να καταλάβω ποιο το νόημα ύπαρξης σχετικών εκπομπών ή περιοδικών.)
      Και πάλι, εύστοχη: […] αν θέλουμε να σέβονται την ιδιωτικότητα μας, πρέπει κι εμείς να σεβόμαστε τις ζωές των άλλων.[…] Ακριβώς εκεί πρέπει και κατά τη δική μου γνώμη, να σταματά ο όποιος «σχολιασμός»!

      Να είσαι κι εσύ καλά, σοφή διπλανούλα μου!
      Σε φιλώ πολύ και σε καλημερίζω!❤

      Μου αρέσει!

  3. Διαβάζοντας την ιστορία της κυρίας Σοφίας, την αρχική μου δυσφορία για τις συνήθειές της, διαδέχτηκε η συμπάθεια. Στο τέλος δε, η κατανόηση και η στεναχώρια για το τέλος της. Μάλλον ήθελε να «δωροδοκεί» για λίγη παρέα ε; Η μοναξιά παίζει περίεργα παιχνίδια Νατάσα μου. Και το να επιδιώκει φιλίες δωροδοκώντας πληροφορίες και δωράκια, δείχνει την απόγνωσή της, ή και τη χαμηλή της αυτοεκτίμηση.
    Αχ τα ίδια περιοδικά ξεφυλλίζαμε… δώρο μία στάμπα που τη σιδερώναμε στα μπλουζάκια μας ή ένα ένθετο βιβλιαράκι με την επίσκεψη στο σπίτι του Τζορντανέλι 🙂
    Σούπερ Νατάσα μου, έκανες πάλι το συγγραφικό σου θαύμα!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Απόγνωση, πιστεύω, περισσότερο. Κι ίσως, όχι μόνο από την ηλικία. (Εκ των πραγμάτων, έπρεπε να ρίξω το βάρος στη μοναξιά, μια που δεν θα μπορούσα να εκθέσω οποιοδήποτε άλλο στοιχείο από τη ζωή της).

      Α! Τα σιδερότυπα! (Ένα κίτρινο αρκουδάκι… Ακόμη έχω φυλαγμένο το μπλουζάκι μου, μια σταλιά, πού χώραγα εκεί μέσα;!) Κι από τα ένθετα βιβλιαράκια, μού έχει μείνει η επίσκεψη στο σπίτι της… Μαριάντζελας! (Το αγαπημένο της φαγητό είναι η μακαρονάδα με δικής της εμπνεύσεως σάλτσα,
      και γάλα
      )!

      Σ΄ευχαριστώ πολύ Μαρία μου!
      Σε φιλώ!❤

      Μου αρέσει!

  4. Νατάσα μου, αρχικά γελούσα με τα τερτίπια της κας Σοφίας. Μου θύμισες και τα περιοδικά που διάβαζα μικρή. Στο τέλος όμως η ιστορία σου ήταν συγκινητική. Η κα Σοφία φοβόταν τη μοναξιά και τελικά πέθανε μόνη. Κρίμα. Και κρίμα που δεν έφαγες εκείνο το παγωτό μαζί της στη βεράντα, ίσως να είχες αντιληφθεί νωρίτερα τι προσπαθούσε να πει. Να είσαι καλά, φίλη μου.

    Αρέσει σε 1 άτομο

  5. Λοιπόν, η πρόταση «καφεδάκι με τις φιλενάδες της στου Zonar’s, κομμωτήριο, μοδίστρα. Τ’ απογεύματα και το βράδυ, τσάι, χαρτάκι, θέατρο, Λυρική, δείπνα», είναι η περιγραφή της Θεοδοσίας!
    Αλλά μην τρομάξεις, δεν θα την σχολιάσω φράση-φράση την ιστορία!
    Ένα μόνο θα πω: Τη λάτρεψα!

    Και η φωτογραφία! Τι ωραία φωτογραφία! Έτσι θέλω να κάμω τα μαλλιά μου. Σαν της κυρίας με το καπέλο. Αλλά δεν θα μου ταιριάζουν (κλαψ)… Οπότε, τι να το κουβεντιάζουμε;

    Ααααααααααα, έχω και μια ένσταση: Αυτό που έλεγε ο θείος Όσκαρ, δεν είναι ο κανόνας!
    Διότι, είμαστε κι εμείς που λέμε την ηλικία μας, αλλά ξέρουμε να κρατάμε μυστικά!

    Αγαπώ πολύ τον Κραουνάκη!

    Εντάξει, δεν θα πω τίποτε άλλο!
    Μια καληνύχτα μόνο.

    Καληνύχτα!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Βρε, λες να ‘ταν φιλενάδες; (Κοντά, γαρ, στην ηλικία!)

      Η φωτογραφία μού φάνηκε κι εμένα πολύ αντιπροσωπευτική, και οι κυρίες χάρμα! Δυστυχώς, δεν γνωρίζω πηγή, μια που, εκτός από το Pinterest τη βρήκα και αλλού, αλλά χωρίς περαιτέρω αναφορά…

      Παρομοίως κρατώ μυστικά και δεν κρύβω την ηλικία μου… αλλά προτιμώ μιαν άλλη εκδοχή της ρήσης, [ «δεν διστάζουμε να πούμε…»] για να το θέσω κομψά (δίχως τη χρήση του ρήματος που ταιριάζει γάντι, αρχίζει από «κ» και τελειώνει σε «–ωλώνουμε». Άλλη στιγμή, θα σου πω περιστατικά, πολύ χαριτωμένα!)

      Αγαπώ πολύ κι εγώ! (Θα έχουμε και στο επόμενο!) 😉

      Τους ασπασμούς μου!❤

      Αρέσει σε 1 άτομο

  6. Την υπέροχα δοσμένη ιστορία θα έπρεπε να σχολιάσω, μα μόλις μπήκα στο blog σου για να σε… γνωρίσω, διάβασα το όνομα «Βιολέτα» και μου χτύπησε ένα καμπανάκι. Δεν διαβάζω περί Βιολέτας και τελικά καταλήγω στο «Γνωριμίες και συστάσεις»! Και ναι: βρήκα το κορίτσι μου που το είχα χάσει και μου λύθηκαν και κάμποσες απορίες ως προς το «Πού είσαι εσύ, βρε?» (Όχι από κουτσομπολίστικη τακτική η απορία μου, ναι?!?!)
    Κορίτσι μου γλυκό, χάρηκα πολύ-πολύ που ξαναβρεθήκαμε! Ειλικρινά!
    Αγκαλιά μεγάλη για την ώρα και άπειρα ολόγλυκα ΣΣΣΣΣΣΣΣΜΟΥΤΣ!
    Καλό ξημέρωμα!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Καλώς το μου!
      Αργώ λιγάκι να σας (ξανα)ακολουθήσω, να σας επισκεφθώ, όμως δεν σας ξεχνώ!❤

      Τι κάνεις, Γιάννα μου;!
      Χαίρομαι πολύ κι εγώ, που ξαναβρεθήκαμε!
      Θα τα λέμε, στο εξής!
      Πολλά πολλά φιλιά,
      Σ’ ευχαριστώ!❤

      Μου αρέσει!

  7. Χαμηλή αυτοεκτίμηση, ανασφάλειες, έλλειψη προσωπικών ενδιαφερόντων… είναι πολλά!
    Πολλοί μπορούμε να καταλήξουμε σαν την κυρία Σοφία…άνετα. Κι ας ειπώθηκε πιο πάνω ότι είναι λίγες σαν την κ. Σοφία. Λίγες ίσως αυτής της παλιάς κοπής (με μόρφωση) αλλά η ουσία δεν είναι εκεί. Είναι στη μοναξιά, στην αντιμετώπιση του γήρατος και στην ύπαρξη «πτηνοκέφαλων κοσμικών» ( κατά το Εγχειρίδιο βλακείας του Χαριτόπουλου, που διάβασα πρόσφατα. Περιέγραφε και την κ. Σοφία ακριβέστατα κάπου …με το κουτσομπολιό και τα όλα της!) Μια κενή ζωή ξεπληρώνεται με άδεια γηρατειά. Δεν θέλει πολύ μυαλό.
    Πολλά φιλιά Νατάσα μου :))

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Αριστέα μου,
      Η κυρία (μας) Σοφία (μας) δεν ήταν άλλη μία περίπτωση «πτηνοκέφαλης κοσμικής», και μάλλον με το κείμενό μου, ίσως την αδίκησα αρκετά.
      Όπως έγραψα πιο πάνω, στη Μαρία μας (Κανελλάκη) θα μου ήταν αδύνατον να παραθέσω έστω και το παραμικρό στοιχείο από τη ζωή της (πλούσια σε γεγονότα που ίσως, αν όχι δικαιολογούν αλλά τουλάχιστον, αιτιολογούν της συμπεριφορά της), η οποία ζωή, μόνο κενή δεν υπήρξε.

      Οπότε, σε απόγνωση (λόγω μοναξιάς… πολλαπλών αιτίων) καταλήγουμε.

      Ωστόσο, το σχόλιό σου με βρίσκει σύμφωνη για πολλές (ίσως τις περισσότερες) παρεμφερείς περιπτώσεις!

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, Αριστέα μου!
      Πολλά φιλιά, καλό απόγευμα!❤

      Μου αρέσει!

Γράψε κι εσύ τα δικά σου...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.