Της γιαγιάς

giagia

Έλεγαν οι παλιοί πως, «όποιος δεν έχει παντρέψει κόρη και δεν έχει χτίσει σπίτι, δεν ξέρει τι θα πει πρόβλημα». Όχι, αγάπη μου! Όποιος δεν έχει πουλήσει σπίτι δεν ξέρει τι θα πει πρόβλημα!

«Now», λοιπόν, που «we have already eaten the camel» και «there is the queue» (όπως έμαθαν σύμπασες οι ΗΠΑ, η υφήλιος –μη σου πω– και ο Τραμπ–ας, μέσω Brookings, από τον Έλληνα πρωθυπουργό) ή τουλάχιστον έτσι ελπίζω (μια που, προσωπικώς, προτιμώ τη βερσιόν του γαϊδάρου), να σου επιχειρηματολογήσω!
Ή, μπορεί και όχι. Ήδη, έχουν αρχίζει να με τυλίγουν οι θύμησες, ήδη νιώθω επιτακτική την ανάγκη να σου πω μια μεγάλη ιστορία…

WARNING!
Αν βαριέσαι να διαβάσεις, πήγαινε απευθείας στην επιχειρηματολογία.
Μεσολαβούν, βέβαια, κάπου 2,500 λέξεις!
ΕΚ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΩΣ

Για τη γιαγιά μου σου έχω μιλήσει ελάχιστα και, μάλλον, διάσπαρτα, με κάποιες αναφορές στα κείμενά μου.
Ανέκαθεν, όλοι έλεγαν ότι της μοιάζω. Έχω πάρει τα χρώματά της, μια μικρή «μυτούλα» που κάνουν τα μαλλιά ακριβώς στη μέση, εκεί που σταματούν και ξεκινά το μέτωπο –το οποίο, είναι επίσης το δικό της.
Για τα σουτζουκάκια της, βέβαια, τα βεριτάμπλ σμυρνέικα, δεν σου έχω δώσει (ακόμη) συνταγή, αλλά αυτό, δεν είναι κάτι που δεν γίνεται.

Η γιαγιά, λοιπόν, που έχει μιαν απίθανη ιστορία –θα μπορούσα να γράψω βιβλίο ολόκληρο– έμενε σε μια μικρή μονοκατοικία, σε μια από τις «ήσυχες» γειτονιές της Αθήνας, με τον «παππού»ॱ έρωτας από πάντα, άλλον παντρεύτηκε η γιαγιά –άλλον, δηλαδή, της επέβαλαν να παντρευτεί– με τον οποίο έκανε τα πέντε παιδιά της.
Ο «παππούς», ανύπαντρος, δεν μπόρεσε ν’ αγαπήσει άλλη εκτός από ‘κείνη…
Το πώς –και, κυρίως, το πότε– έφτασαν να ξαναβρεθούν μαζί είναι πολύ μεγάλη ιστορία.
Κρατάμε ότι εγώ, σαν παππού γνώρισα και ένοιωσα τον συγκεκριμένο, τον Ιορδάνη. Όλη η αγάπη που είχε στη γιαγιά μου, περνούσε και σε όλους εμάς, παιδιά κι εγγόνια της.

♦ ♦ ♦

Μια σταλίτσα το σπιτάκι τους, κι ένας τεράστιος κήπος, τριγύρω! Να σκεφτείς, δόθηκε αντιπαροχή ο κήπος ενώ, μικρό μέρος του, μαζί με το σπιτάκι, έμειναν απείραχτα!
Αυτός ο κήπος, ήταν για ‘μένα πριν καν μάθω περί Εδέμ… κάτι τέτοιο! (Κάπως έτσι φανταζόμουν στο παιδικό μου μυαλό τον Παράδεισο!) Γεμάτος οπωροφόρα και λουλούδια!
Και τι δεν μας έδινε αυτός ο κήπος… Από μήλα και αχλάδια μέχρι λεμόνια και φράπες! Α, υπήρχε και μια αχλαδιά ποικιλίας πασά κρασάν [passa crassana η επίσημη ονομασία] έχεις φάει τέτοιο αχλάδι; Αν ναι, καταλαβαίνεις για τι «θησαυρούς» σου μιλάω!
Κι όσο για τα λουλούδια… Τριαντάφυλλα, γεράνια, σκυλάκια, γαρύφαλα, γιασεμιά, νυχτολούλουδα, γαρδένιες, μπουκαμβίλιες… «Χρώματα κι αρώματα».
Υπήρχε κόσμος που έπαιρνε το λεωφορείο (το σπίτι βρισκόταν στο τέρμα) μόνο και μόνο για να θαυμάσει αυτόν τον κήπο και να μυρίσει…

Ο κήπος ήταν χωρισμένος σε μεγάλα παρτέρια, διαχωρισμένα με πλακόστρωτους διαδρόμους. Μπαίνοντας για να τρυγήσεις τους καρπούς, σχεδόν δεν έβλεπες τον διάδρομο, τόσο πυκνή ήταν η βλάστηση και τα φυλλώματα των δέντρων. Κι όμως, καθένα τους φροντιζόταν όπως έπρεπε, γι’ αυτό και δεν υπήρχαν «απώλειες»! Η δε γιαγιά, φοβερή! Κουκούτσι να ‘χωνε στο χώμα, φύτρωνε! Τέτοιο «χέρι»!

Στην πέρα άκρη του κήπου, ένα ωραίο, μεγάλο κοτέτσι με τη δική του… αυλίτσα, όπου οι κοτούλες έκαναν το σουλάτσο τους πριν μαζευτούν στο «κουμάσι» να γεννήσουν και να κοιμηθούν.
Μια κοτούλα, όταν ήμουν περίπου 9–10, την είχα βαφτίσει Μαριάννα (εκείνη την εποχή, είχα δώσει το ίδιο όνομα τόσο στην αγαπημένη μου κούκλα, όσο και στην φανταστική μου «φίλη»!) Σκέτο… pet η κότα, την έπαιρνα αγκαλιά από το κοτέτσι και την κουβαλούσα στην αυλή. Εκεί, είτε κούρνιαζε πάνω μου είτε πάνω στον παππού Ιορδάνη.
Και δώσ’ του και τη χαϊδεύαμε· μέχρι που μπορούσε ακόμη και να κοιμηθεί πάνω μας!
Όταν δε, έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, η Μαριάννα θάφτηκε με… δόξα και τιμή!

Στην πίσω πλευρά του σπιτιού, ξεκινούσε η αυλή και δεξιά της, άρχιζε ο κήπος. Δυο μεγάλα, ψηλούτσικα σκαλιά κατέβαινες απ’ την κουζίνα –ο επισκέπτης, πάντως, έφτανε ως εκεί, ακολουθώντας τον κεντρικό διάδρομο. Το σπιτάκι είχε και μια μεγάλη βεράντα στην πρόσοψη, αλλά κανείς μας δεν καθόταν ποτέ σ’ αυτήν. Όλη η μαγεία κι η αύρα του χώρου, εκτός από τον κήπο, ήταν εκείνη η αυλή με την κληματαριά της που, σε ψιχάλα, δεν τη διαπερνούσε σταγόνα! Σ’ εκείνη την αυλή έπαιζα, τριγυρνούσα με το ποδηλατάκι μου –φυσικά κι έκανα… εξερευνήσεις, ακολουθώντας τους διαδρόμους!– ενώ, εκεί πάντα έβρισκαν καταφύγιο γάτες, τις οποίες η γιαγιά «επέπληττε» όποτε έβαζαν στο μάτι τα καναρινάκια της.

«Κάτω απ’ την κληματαριά», στην αρχή του καλοκαιριού, χάζευα τη γιαγιά να μαζεύει αμπελόφυλλα. Καταπράσινα και τρυφερά, σχεδόν επίπεδα, μόνον αυτά ήταν κατάλληλα για τα τρομερά της γιαλαντζί ή γιαπράκια! Ιεροτελεστία το μάζεμα, το πλύσιμο και εν συνεχεία η παρασκευή των ντολμάδων! Ποια κατσαρόλα είναι κατάλληλη, πώς τη στρώνουμε· η σημασία του λαδιού και του λεμονιού… Τα μυρωδικά που έπρεπε να ‘ναι κατάφρεσκα και σε ποικιλία, που δεν τα τσιγκουνευόμαστε αλλά και δεν τ’ αφήνουμε να «πνίξουν» τη λεπτή γεύση του φύλλου! Το τύλιγμα, ώστε να γίνουν σφιχτά και σε πάχος δαχτύλου, αλλά όχι φτωχά σε γέμιση.

«Κάτω απ’ την κληματαριά», είχα αναστήσει ένα γατάκι! Στα 12–13, περίπου, ήμουν, όταν η αγαπημένη γάτα της γιαγιάς γέννησε τρία –ένα κατάμαυρο, φουντωτό με μπλε μάτια, ένα κάτασπρο κι ένα ασπρούλι με μπαλωματάκια ριγέ– τα οποία έμειναν ορφανά, αφού τη μαμά τους την πάτησε λεωφορείο. Το μαύρο υιοθετήθηκε αμέσως. Το ασπρούλι, λίγες μέρες μετά. Το άλλο, ελεεινό, τσιμπλιασμένο, κατσιασμένο –εξ ου και Ψώρα, το πρώτο του όνομα– φαινόταν να μη τη βγάζει.
Ε, αυτό το κατσιασμένο, καθόμουν στο σκαλί της κουζίνας, το ‘παιρνα στη φούστα μου, μια «τσιγγάνικη», άσπρη με μπλε μικρά λουλουδάκια, και το τάιζα γάλα με σταγονόμετρο. Σύσκατη γινόμουν κι εγώ κι αυτό που πασαλειβόταν! Αποικία οι ψύλλοι πάνω του, πήραμε σκόνη και με μπαμπακάκι και υπομονή, τους «έστειλα» εις τας αιωνίους μονάς!
Το γατάκι έκανε την έκπληξη, μας βγήκε και… άντρακλας και έζησε μέχρι το 1981. Πέθανε, μάλλον από κάτι που έφαγε, την ίδια μέρα με τον Μπόμπι Σαντς και ημέρα της κηδείας ενός αγαπημένου ξάδελφου της γιαγιάς. Στην κηδεία, η γιαγιά μου κι η μαμά μου έκλαιγαν και το γατί, οι συγγενείς «αχ, πολύ τον αγαπούσε η Κική τον Φώτη!»
Όλοι, να σου πω εδώ, τον αγαπούσαμε τον θείο Φώτη. Ό,τι έβλεπαν τα μάτια του το ‘φτιαχναν τα χέρια του! Έμενε με τη γυναίκα και τις κόρες του στην Κοκκινιά, πρόσφυγας γαρ. Θέλω να πιστεύω ότι κάπου μέσα στα κουζινικά, υπάρχει η τσιμπίδα που μας είχε φτιάξει για τα ισλί¹. (Χάρη στη γιαγιά, λοιπόν, ξέρω να φτιάχνω και ισλί!)

Μεγαλώνοντας, «κάτω απ’ την κληματαριά» πίναμε τον καφέ μας, συζητούσαμε, ενώ τις καλοκαιρινές μέρες, «επιστρατευόταν» και το σίδερο! Όλα πεντακάθαρα τριγύρω, οι «γυναίκες της ζωής μου» (γιαγιά, μαμά, θεία και νονά) ήταν πολύ σχολαστικές με την καθαριότητα!
Πολλές φορές, «κάτω απ’ την κληματαριά» διάβαζα τα μαθήματά μου ή τα αγαπημένα βιβλία μου, ενώ εκεί, είχαν γίνει κι οι μεγαλύτερες εξομολογήσεις!

♦ ♦ ♦

Ο «παππούς» Ιορδάνης είχε γεννηθεί το 1906 στην Καισάρεια.
Στις περισσότερες χρονολογίες που τον αφορούν, έχω κενά. Βλέπεις, την ιστορία τη μάθαινα αποσπασματικά, σχεδόν ποτέ δεν υπήρχε αναφορά σε έτη, πλην ελαχίστων περιπτώσεων. Ξέρω όμως πως κάποια στιγμή, νωρίτερα από το ’22 πάντως, η Ιστορία τούς ξέβρασε στην Καβάλα. Εκείνον, τις αδελφές του, τον αδελφό του και τη μητέρα του. Eκτός του αδελφού, οι υπόλοιποι κατέβηκαν στην Αθήνα.

Η γιαγιά, είχε γεννηθεί το 1913, στη Σμύρνη. Έμενε κοντά στην (ονομαστή) εκκλησία της Αγίας Φωτεινής. Στις βάρκες, το ’22 (στον –κατά Ρεπούση– «συνωστισμό») βρέθηκε με τη μαμά της και τ’ αδέρφια της –η μικρότερη, η Μάρω, στις φασκιές. Τον πατέρα της τον έσφαξαν σχεδόν μπροστά στα μάτια της, το κεφάλι του επέπλεε στα νερά, δεν πρόλαβε να μπει κι αυτός στη βάρκα.

Χίος, Πάτρα, Μοσχάτο, Νέος Κόσμος… ένα διαρκές πηγαινέλα της οικογένειας. Κι εκεί, πάλι, όλα είναι συγκεχυμένα. Το σίγουρο είναι πως, γύρω στα 1930+ ο παππούς Παναγιώτης, ο «φυσικός» μου παππούς, πρόσφυγας κι αυτός, από το Αϊβαλί, την είδε τη γιαγιά, του γυάλισε, τη ζήτησε και του την έδωσαν. Της γιαγιάς η καρδούλα και το μυαλό, ήταν αλλού. Σ’ ένα παλληκάρι μελαχρινό που οδηγούσε λεωφορείο. Τι είχαν προλάβει να πουν, κανείς πια δεν το ξέρει. Όσοι ήξεραν, έχουν «φύγει». Αυτό που ξέρω είναι πως έκλαιγε. Δεν ήθελε τον Παναγιώτη –ο οποίος, παρεμπιπτόντως, «κρατιόταν» καλά οικονομικά, είχε βυρσοδεψείο στο Μοσχάτο.

Μετά το γάμο, άρχισαν να έρχονται ένα–ένα τα παιδιά! Το ’33 ο Στράτος, το ’35 η Αναστασία, η νονά μου…, το ’37 η μαμά μου, το ’40 ο Νίκος. Αργότερα, το ’45, ο Δημήτρης. Για κάποια χρόνια, συμπούρμπουλη η οικογένεια είχε μετακομίσει στην Πάτρα, αυτό πρέπει να έγινε λίγο πριν τον πόλεμο. Εκεί, βλέπεις, υπήρχαν συγγενείς, στο μεταξύ είχε παντρευτεί κι η Μάρω. Ο άντρας της βγήκε στο βουνό. Τ’ όνομά του στα μέρη τους, ήταν κάτι συνώνυμο με του… Βελουχιώτη!
Επέστρεψαν αργότερα, πριν το ’45 πάντως. Έμειναν στο Νέο Κόσμο.

Εκεί μεγάλωναν τα παιδιά, από ‘κει κινούσε για το βυρσοδεψείο ο παππούς Παναγιώτης, εκεί αργούσε να γυρίσει, μέχρι που μαθεύτηκε πως «τα ‘χε μπλέξει» με μιαν άλλη γυναίκα, με την οποία απέκτησε μια κόρη. Γκρεμίστηκε ο κόσμος της γιαγιάς, τα μεγαλύτερα παιδιά είχαν αρχίσει ήδη σπουδές ή δουλειά, τα δυο μικρότερα είδε κι έπαθε να τα συνεφέρει, μια που ως τότε η οικογένεια ήταν δεμένη.

Χωρισμένη με πέντε παιδιά… Τι κι αν δεν έφταιγε εκείνη; «Βάρος» τη θεωρούσαν οι άλλοι· πίσω απ’ τα χαμόγελα συμπόνοιας και συμπάθειας έκρυβαν δισταγμούς που γίνονταν κουβέντες στο κουσέλι τους.
Λίγο μετά, το ’57, έμαθε πως ο Παναγιώτης πέθανε.

♦ ♦ ♦

Εκείνος, ξαναφανερώθηκε μπροστά της. Φρόντιζε πάντα να μαθαίνει τα νέα της, να «παρακολουθεί» διακριτικά κι από μακριά τη ζωή της.
Ο ίδιος, δεν είχε περάσει και λίγα. Αν δεν κατέρρεε το Τρίτο Ράιχ, θα ήταν ένας από ‘κείνους που άφησαν τα κόκκαλά τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Επέστρεψε ημιθανής, μα δεν παραιτήθηκε. Μονάχος, δουλεύοντας ατέλειωτες ώρες, κατόρθωσε να φτιάξει τη δική του, μικρή «αυτοκρατορία»: ν’ αποκτήσει το δικό του λεωφορείο, να φτιάξει δύο κινηματογράφους (θερινό και χειμερινό, Α’ προβολής, παρακαλώ), να χτίσει σπίτι και μαγαζιά, να δώσει δουλειά σε φτωχούς και τίμιους βιοπαλαιστές που είχαν χάσει ό,τι είχαν και δεν είχαν στον πόλεμο ή στον Εμφύλιο και δεν κατόρθωσαν να σηκώσουν κεφάλι από τις συμφορές που τους έβρισκαν απανωτές.

Κι η γιαγιά; Εκείνη, ένιωσε πως ανέτειλε, επιτέλους, μετά από μιαν ατέλειωτη νύχτα που ‘μοιαζε πως θα διαρκέσει μέχρι να κλείσει τα μάτια της.
Έτοιμος ήταν να πάει να της ζητήσει να γίνει γυναίκα του. Να μιλήσει στο γιο τον μεγάλο και στα κορίτσια της, ν’ αγκαλιάσει τα μικρότερα παιδιά και να γίνει για όλα, ο πατέρας που τους έλειψε νωρίς. Κι επειδή ήθελε να γίνουν όλα «όπως πρέπει», ζήτησε από τη μάνα του να του δώσει την ευχή της και να τον συνοδεύσει στο σπίτι τής –από πάντα, όπως είπαμε– αγαπημένης του. Μα, αντί για ευχή, εκείνη του ‘δωσε κατάρα «αν παντρευτείς τη χωρισμένη με τα πέντε παιδιά!»

Να πέσει να πεθάνει! Μέρες έκανε να φάει και να πιει μια γουλιά νερό, μέχρι που έπεσε λιπόθυμος απ’ την αδυναμία και τον καημό.
Η γιαγιά, βλέπεις, ούτε που ν’ ακούσει ότι θα παραβαίνανε την επιθυμία της μάνας του, όσο κι αν εκείνος την παρακαλούσε να προχωρήσουν το δρόμο τον δικό τους.
Όταν εκείνη, η σκληρή μάνα ανημπόρεψε, ήταν «η χωρισμένη με τα πέντε παιδιά» που τη ντάντεψε και που, μαζί μ’ εκείνον, της έκλεισαν τα μάτια.

Έζησαν χώρια μα αχώριστοι, μέχρι που τακτοποιήθηκε και το μικρότερο παιδί, ο Δημήτρης. Παντρεύτηκαν, σχεδόν αμέσως μετά τη θέσπιση του πολιτικού γάμου (ν.1250/1982), τον Γενάρη του 1983.

Επόμενη κίνηση, η υιοθεσία όλων των παιδιών (των τεσσάρων, για την ακρίβεια. Η μία κόρη είχε «φύγει» νωρίς, στα 39 της χρόνια…) Στη συνέχεια, γονικές παροχές! Όλη η περιουσία μοιράστηκε ακριβοδίκαια στους τέσσερις. Στη μαμά μου, γράφτηκε το σπίτι με την Εδέμ του.
Μετά το θάνατο του «παππού», το 1992, κι ενώ είχε χάσει άλλο ένα από τα παιδιά της, η γιαγιά άρχισε να μαραζώνει. Σε κάθε γωνιά του σπιτιού έβλεπε τη σκιά εκείνου, σε κάθε αντικείμενο μύριζε την παρουσία του. Οι δυνάμεις της άρχισαν, σταδιακά, να την εγκαταλείπουν και το μαράζι της ήταν που δεν μπορούσε πια να φροντίσει τον κήπο. Τα εγγόνια της, λίγο απασχολημένα, λίγο αδιάφορα… εγώ δούλευα, περνούσα ελάχιστο χρόνο μαζί της (πιο πολύ, τα λέγαμε στο τηλέφωνο), η μαμά μου μοίραζε το χρόνο της σε τρία σπίτια: σ’ αυτό που ζούσε με τον πατέρα μου, στο δικό μου και στης γιαγιάς.
Κάποια στιγμή, πάρθηκε η απόφαση να δοθεί αντιπαροχή και τα μέτρα έβγαιναν «ολόσωστα» να σωθεί το σπιτάκι και μικρό μέρος του κήπου.

Στη θέση της Εδέμ, ανεγέρθη μια κομψή, γωνιακή πολυκατοικία. Τρία διαμερίσματα αναλογούσαν στην ιδιοκτήτρια (τη μαμά μου, δηλαδή) εκ των οποίων το πιο ζηλευτό, προορίστηκε για κατοικία της γιαγιάς που, όλως παραδόξως, δεν έβλεπε την ώρα ν’ αφήσει το σπίτι, μια που οι αναμνήσεις τής είχαν γίνει αβάσταχτες κι οι ώμοι της δεν μπορούσαν να σηκώσουν το βάρος τους.

Η γιαγιά έκλεισε τα μάτια της μόλις πέρασα την είσοδο του μαιευτηρίου, λίγες ώρες πριν γεννήσω την κόρη μου.

♦ ♦ ♦

Αφότου έφυγε και η μαμά μου, γράψαμε το διαμέρισμα (ψιλή κυριότητα) στο όνομα της κόρης μου, η οποία απέκτησε ΑΦΜ στα τρία χρόνια της και κρατήσαμε με τον πατέρα μου την επικαρπία (¾ και ¼, αντίστοιχα) και πήραμε από κοινού και πάλι την απόφαση να το νοικιάσουμε, μια που δεν υπήρχε προοπτική να κατοικήσουμε εκεί στο άμεσο μέλλον και δεδομένου ότι η έδρα μας ήταν αρκετά μακριά από την περιοχή.

Πολλά τα τηλεφωνήματα κι οι ενδιαφερόμενοι, μα δυσκολευόμουν να πω το «ναι», ώσπου άκουσα μια ζεστή, γυναικεία φωνή.

— «Ενδιαφερόμαστε για το διαμέρισμα. Είμαστε οικογένεια, με δυο μικρά παιδάκια… μόνο που πρέπει να σας πω εξαρχής κάτι, διότι ίσως δεν θέλετε να βάλετε στο σπίτι σας κάποιο άτομο με αναπηρία.
»Ξέρετε, είχαμε ένα ατύχημα κι ο σύζυγός μου βρίσκεται σε αναπηρικό καροτσάκι. Ψάχνουμε καιρό να νοικιάσουμε ένα σπίτι με ασανσέρ, εδώ που μένουμε δεν έχει, τον ανεβάζω με τη σκάλα κι είναι πολύ δύσκολο…
»Μας αρνούνται, με πρόσχημα ότι οι ρόδες του καροτσιού χαλούν τα πατώματα… παρόλο που δεν έχω αντίρρηση να πληρώνουμε τη συντήρηση και τη φθορά…»

Είχα μείνει με το ακουστικό στο χέρι, άφωνη. Δεν ήξερα τι να πω σ’ αυτή την ευγενική και τόσο γλυκομίλητη γυναίκα. Η μόνη λέξη που βγήκε από το στόμα μου, μετά από μεγάλη παύση, ήταν «Ναι!»

Ήταν ένα «Ναι!» με όλη μου την καρδιά!

♦ ♦ ♦

Στα χρόνια που πέρασαν, οι σχέσεις μας δεν υπήρξαν ποτέ στενές, λόγω απόστασης και υποχρεώσεων, εκατέρωθεν, ώσπου δύο χρόνια πριν, η συμφορά χτύπησε για άλλη μια φορά την πόρτα της καλής αυτής οικογένειας: σε μια επέμβαση ρουτίνας, η γλυκιά γυναίκα έχασε τη ζωή της, λίγους μήνες πριν τα παιδιά της (δίδυμα) δώσουν Πανελλήνιες εξετάσεις κι ενώ η κατάσταση του συζύγου της ήταν σταθερή: πάντα, στο αναπηρικό καροτσάκι…

Στις αρχές του 2017 κι ενώ έχω χάσει, λίγο πριν την εκπνοή του 2016, τον πατέρα μου, ο ενοικιαστής μού ζητά να αγοράσει το διαμέρισμα, «για τα παιδιά, ξέρετε… Επειδή είμαι έτσι όπως είμαι και ποιος μπορεί να ξέρει τι του ξημερώνει; Μην τ’ αφήσω ξεκρέμαστα…»

Μια έκρηξη στο μυαλό μου: η Εδέμ, ο «παππούς», ο Έρωτας για τη γιαγιά, ο δικός της για ‘κείνον, οι αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων, τα γιασεμιά και τα νυχτολούλουδα, ο τελευταίος καφές του θείου Στράτου, στο τραπεζάκι με τις ψάθινες καρέκλες, δυο μέρες πριν πεθάνει, οι τελευταίοι μήνες της γιαγιάς, ό,τι έμεινε από μία; Όχι, όχι μία ζωή, πολλές ζωές!

Για άλλη μια φορά, η μόνη λέξη που βγήκε από το στόμα μου, μετά από μεγάλη παύση, ήταν «Ναι!»

Ήταν ένα «Ναι!» με όλη μου την καρδιά!

♦ ♦ ♦

Κάπου εδώ, ξεκινά ο «Γολγοθάς» πωλητή και αγοραστή! Καταρχάς, το ακίνητο δεν μπορούσε να πουληθεί, εάν δεν ενηλικιωνόταν η κόρη μου! [Τι να σου κάνω, άργησα κι εγώ να τη γεννήσω!]
Ένα άλλο ζήτημα ήταν πως, τα απαιτούμενα έγγραφα, έπρεπε να ‘ναι πρόσφατα κατά την υπογραφή του συμβολαίου, πράγμα που σημαίνει πως 8–9 μήνες μπορούσαμε να μαζεύουμε χαμομήλι, ν’ απλώνουμε τραχανά, να περνάμε χάντρες, να μετράμε τους καημούς, αλλά σε καμία περίπτωση να εκδώσουμε οποιοδήποτε δικαιολογητικό!

Αρχές Οκτώβρη, η συμβολαιογράφος μού στέλνει όλα όσα χρειάζεται, προκειμένου να προχωρήσουμε, ήτοι (αντιγράφω) :

  1. Φορολογικές ενημερότητες των πωλητριών για μεταβίβαση
  2. Ασφαλιστικές ενημερότητες από ΙΚΑ , αν κάποια εξ αυτών έχει τέτοια υποχρέωση [Δεν είχαμε / έχουμε, έλα, σώπα, γλιτώσαμε ένα!]
  3. ΕΝΦΙΑ ηλεκτρονικό για κάθε οριζόντια ιδιοκτησία για επαχθή αιτία τα έτη 2012–2016 και υπεύθυνη δήλωση … [μπαρουτοκαπνισμένου] με περιεχόμενο που θα σας στείλω (θα την υποβάλει στο Τμήμα ΕΝΦΙΑ της Εφορίας της)
  4. Βεβαιώσεις Ν.4178 από Μηχανικό  για κάθε οριζόντια ιδιοκτησία
  5. ΠΕΑ για το διαμέρισμα [ΠΕΑ= Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης]
  6. ΤΑΠ από το Δήμο για Διαμέρισμα με χρήση θέσης στάθμευσης και αποθήκη [ΤΑΠ= Τέλος Ακίνητης Περιουσίας]
  7. Πιστοποιητικά Κτηματογραφούμενων ακινήτων από Κτηματολογικό Γραφείο …[αναγράφεται η περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο]
  8. Πιστοποιητικά εξόφλησης φόρου: α) Γονικής (1), β) Κληρονομιάς (2) και γ) Δωρεάς (1)
  9. Από τίτλους θα ήθελα να μου προσκομίσετε:
    α) υπ’ αριθμ. …/20… αποδοχή
    β) υπ’ αριθμ. … και …/9… τροποποιήσεις
    γ) υπ’ αριθμ. …/9… [Για να μην αναρωτιέσαι… Αφορά τη γονική που είχε κάνει ο «παππούς» στη μαμά μου, για τη μονοκατοικία… χρόνια πριν το θάνατό του και, φυσικά, πριν δοθεί αντιπαροχή!]
  10. Ληξιαρχικές πράξεις θανάτου … [του μπαμπά μου] και Ιορδάνη … [ναι, ναι! Του «παππού», από το 1992!]

Είναι η μαγική στιγμή που μαθαίνεις και συνειδητοποιείς πολλά πράγματα, ταυτόχρονα:

• Το Ελληνικό Δημόσιο (εξακολουθεί να) μεγαλουργεί! Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι, πηγαίνεις στο Κτηματολόγιο του Δήμου «Χ» [ημέρα Παρασκευή], σου ζητούν εξουσιοδότηση της ενδιαφερόμενης που δεν παρίσταται, την οποία όμως θα πρέπει να προσκομίσεις από την ερχόμενη Τρίτη και μετά, διότι τη Δευτέρα είναι, λέει, κλειστό το Γραφείο. Πηγαίνεις Τρίτη με την εξουσιοδότηση, σου λένε ότι τα Αρχεία του Δήμου «Χ» μεταφέρονται στον Δήμο «Ψ», αλλά μάλλον θα μπορέσεις να παραλάβεις τα δικαιολογητικά σου την Παρασκευή.
Πας στο Δήμο «Ψ», σου λένε ότι δεν χρειαζόταν εξουσιοδότηση (το οποίον μεταφράζεται θα–μπορούσατε–να–είχατε–πάρει–τα–δικαιολογητικά–την–περασμένη–εβδομάδα–από–το–Γραφείο–του–Δήμου–«Χ») αλλά θα πρέπει, τελικά, να πας από Τρίτη και μετά διότι η μεταφορά των αρχείων δεν έχει ολοκληρωθεί!
[Οι Δήμοι «Χ» και «Ψ», τέρμα Θεού – αρχή Αλλάχ, από ‘κει που κατοικεί η γράφουσα!]
• Η συμβολαιογράφος είναι τρεις λαλούν και δυο χορεύουν, διότι τελικά τα εν λόγω δικαιολογητικά δεν απαιτούνται, πλέον!
• Ο υπάλληλος του Δήμου «Χ», προκειμένου να σου δώσει τη ρημαδοβεβαίωση ΤΑΠ, θέλει βεβαίωση από το Μηχανικό ότι η αποθήκη και το πάρκινγκ αποτελούν κοινόχρηστους χώρους
• Ο Μηχανικός θέλει θεωρημένα αντίγραφα σχεδίων από την Πολεοδομία και όλο αυτό μεταφράζεται σε κάποια γιουρόπουλα για φωτοτυπίες, χαρτόσημα και μεγαρόσημα και τρία τάματα στην Παναγιά την Γραφειοκρατούσα.
• Επιπλέον, η Βεβαίωση Ν.4178 κοστίζει περί τα 350 γιουρόπουλα συν 50 το παράβολο. Τι παράβολο; Ένα παράβολο, ρε παιδί μου!
•  Last but not least και φαρμακερό… Ο φοροτεχνικός σου αποδεικνύεται για δεύτερη φορά μέσα σε έξι μήνες, μέγας μ***κας (και όπως λέει το γνωστόν άσμα, μια ζωή πληρώνω μ***κίες αλλωνών –κι εδώ, το «πληρώνω» έχει και κυριολεκτική σημασία!) Την πρώτη φορά, το Μάη, από αβλεψία δική του και μιας από τις υπαλλήλους του, η ΔΟΥ μού κατέσχεσε κοντά 5,000 γιουρόπουλα. (Περασμένα ναι, ξεχασμένα όχι, ποτέ!, αλλά δεν είναι της παρούσης να σου το εξιστορήσω).
Τώρα, από δεύτερη αβλεψία τους («ξέχασαν» να τροποποιήσουν το Ε9 μου, παρόλο που είχα προσκομίσει ό,τι μου είχαν ζητήσει), καλούμαι να πληρώσω… 200 γιουρό, πρόστιμο–καπέλο, ώστε να εκδοθεί η πολυπόθητη Φορολογική Ενημερότητα!

Στο μεταξύ:

— Ο ενοικιαστής – αγοραστής, πιέζει τη συμβολαιογράφο.
— Η συμβολαιογράφος πιέζει εμένα.
— Εγώ πιέζω τον φοροτεχνικό.
— Ο φοροτεχνικός πιέζει τη… διάνοια που ‘χει αναλάβει την υπόθεσή μου.
— Η διάνοια που ‘χει αναλάβει την υπόθεσή μου, αναρωτιέται ακόμη γιατί δεν είχε κάνει εγκαίρως την τροποποίηση του Ε9 και τώρα τραβιέται σα λάστιχο.
— Το μπαρουτοκαπνισμένο έχει μείνει χωρίς υπολογιστή και τον περιμένουμε, μετά φανών και λαμπάδων, να επισκευασθεί.
— Πίνω το δεύτερο φραπέ της ημέρας (κάθε φραπέ δικός μου= 4 κουταλιές καφέ, 0 κουταλιές ζάχαρη).
— Ο (γνωστός από άλλες αναρτήσεις) Sous Chef διαισθάνεται την «καταιγίδα» και το ‘χει ρίξει στον ύπνο.
— «Ξαναχτύπησε» ο… πρωταγωνιστής της «αγάπης» (που, ήδη, είχαμε –πίστευα, η αφελής!– ξεκαθαρίσει πού πάει όταν φεύγει!) Πνίγομαι…
— Θέλω να διαβάσω τις συμμετοχές για το 18º Συμπόσιο Ποίησης της Αριστέας, με κυνηγά η προθεσμία!

Θα ‘θελα να ‘χει διαφορετικό επίλογο η ιστορία της γιαγιάς…

— H ιστορία της γιαγάς είναι πέρα για πέρα αληθινή.
Κανένα όνομα δεν έχει αλλαχτεί, κανένα περιστατικό ή γεγονός δεν είναι «συμπτωματικό». —


¹ ισλί [isli] = παραδοσιακό, ανατολίτικο γλυκό με προέλευση την Καππαδοκία. Αποτελείται από τραγανή ζύμη και γέμιση καρύδι. Παρασκευάζεται τόσο τα Χριστούγεννα όσο και το Πάσχα (νηστίσιμο, με ελαιόλαδο. Αλλιώς, με φρέσκο βούτυρο). Η δυσκολία του έγκειται τόσο στο «κέντημα» όσο και στο σιρόπιασμα που θα πρέπει να είναι τόσο, ώστε να μην μαλακώσει η ζύμη και χάσει την τραγανή υφή της.

24 σκέψεις σχετικά με το “Της γιαγιάς

  1. Με συγκίνησε απίστευτα η ιστορία της γιαγιάς σου Αναστασία μου. Και το γεγονός ότι κατάφερε εντέλει να ζήσει τον έρωτα, μια γυναίκα που πέρασε τόσα, το λες έμπνευση. Να είσαι πάντα καλά να τη θυμάσαι.
    Ήθελα πραγματικά να κλάψω όμως όταν μιλήσαμε για το δημόσιο. Σε αυτή τη χώρα τίποτα δεν μπορείς να κάνεις χωρίς να σου ζαλίσουν τον έρωτα (είτε τον έχεις, είτε δεν τον έχεις, δεν μασάνε). Εν τω μεταξύ τις δικαιολογίες που ακούς στις δημόσιες υπηρεσίες, ούτε από γκόμενο δεν τις ακούς. Είναι μη σου τύχει…

    Συμπάσχω με το μπαρουτοκαπνισμένο , εγώ περιμένω βέβαια ένα εξάρτημα πλυντηρίου, εδώ και είκοσι μέρες. Τα ρούχα έχουν φτάσει θεό (γιατί πόσα να πλύνω στο χέρι, τα απαραίτητα πλένω) και η εταιρεία μου κάνει τον Κινέζο. Εν τω μεταξύ Κινέζικα ξέρω, γιατί δεν μπορώ να συνεννοηθώ δεν καταλαβαίνω.
    Anyway, να ‘σαι καλά Αναστασία μου κι εύχομαι να βγάλετε άκρη με την γραφειοκρατία τελικά!
    Σε φιλώ! 🙂

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Μαρίνα μου,
      Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για τη γιαγιά μου, μια που –όπως ξέρετε ήδη, από παλαιότερες αναρτήσεις και… παλαιότερους διαδικτυακούς «βίους» μου– με τα μνημόσυνα, τα κεριά και τα καντήλια έχω ένα θέμα…

      Στο… φλέγον θέμα της γραφειοκρατίας, ήρθε πολύ έντονα στο μυαλό μου «Το Σακάκι που Βελάζει» (ίσως το γνωρίζεις, πρόκειται για θεατρικό έργο του Βούλγαρου δραματουργού Στανισλάβ Στρατίεβ. Είχα την τύχη να παρακολουθήσω το 1981 την παράσταση από το «Αμφι-Θέατρο» του Ευαγγελάτου).

      Αν κρίνω, πάντως, από την… κωλυσιεργία στο εξάρτημα του πλυντηρίου σου, κι ο ιδιωτικός τομέας, όταν θέλει τα… καταφέρνει να μη μείνει πίσω!
      Ευτυχώς, ο υπολογιστής του μπαρουτοκαπνισμένου ετέθη σε λειτουργία, διαφορετικά θα περνούσαμε «συνεταιρικά» στον δικό μου τις επόμενες μέρες! (Άρχισαν, βλέπεις, οι εργασίες στη σχολή της).

      Επανέρχομαι στα διαδικαστικά–γραφειοκρατικά: η… διάνοια, ακόμη να ξεμπλέξει με το Ε9!😑
      Ο μηχανικός θα έχει –μάλλον!– έτοιμες τις βεβαιώσεις τη Δευτέρα!

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, Μαρίνα μου!
      Σε καλημερίζω και σε φιλώ! Να περάσεις όμορφα το Σαββατοκύριακό σου!💕

      Μου αρέσει!

  2. Είσαι και εσύ παιδί αναμνήσεων και μάλιστα έντονων Αναστασία μου. Είσαι και εσύ παιδί ερώτων διαχρονικών και όμορφων. Κουβαλάς την αντάρα οργισμένων και ματωμένων χρόνων, την εμπειρία και τη σοφία τους.
    Απόλαυσα λέξη προς λέξη την ιστορία της Γιαγιάς. Ακολούθησα τα βήματά σου στην αυλή της Εδέμ και να ξέρεις κάπου συναντήθηκαν με τα δικά μου στην ίδια ηλικία σε μια άλλη αυλή παρόμοια σχεδόν.
    Ευχαριστούμε για την τιμή να μοιραστείς μαζί μας τέτοιες αναμνήσεις και βαριές ιστορίες.
    Καλή συνέχεια.

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. «Βαριές ιστορίες» κι αναμνήσεις, Γιάννη μου, μ’ ανάλαφρο άρωμα σαν το χάδι και τις γλυκιές κουβέντες της γιαγιάς, κάθε φορά που μοιραζόμουν μαζί της κάποια έννοια ή κάποιο μυστικό μου…

      Είναι όμορφο ν’ ανακαλύπτει κανείς συνοδοιπόρους στις Εδέμ της πιο αθώας ηλικίας μας. [Λάτρεψα, για το λόγο αυτό, το τραγούδι του Φραγκούλη «(…) Όταν ήμουν παιδί, είχα βρει έναν κήπο / για να κρύβομαι εκεί, απ’ τη ζωή όταν λείπω (…)»

      Και βέβαια, όταν ένας προπάππους βρίσκεται στα νερά της Σμύρνης, νιώθεις σα φαρμακερή ένεση τον «συνωστισμό». Είναι ύβρις να ισχυρίζεται κανείς πως πρόκειται για «μύθο» η Σφαγή…
      (Όπως έγραψα πιο πάνω, στη Μαρίνα, με τα μνημόσυνα δεν τα πάω καλά. Με τη «μοιρασιά» αυτή, δεν αισθάνομαι ότι προδίδω κάποιο μυστικό, μα ότι κρατώ ζωντανό ό,τι αξίζει να μην ξεχαστεί).

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, φίλε μου!
      Να είσαι καλά!

      Μου αρέσει!

  3. Υπέροχο σενάριο για ταινία η ιστορία της γιαγιάς σου, Αναστασία μου και μάλιστα όπως μου αρέσουν οι ιστορίες «μιας άλλης εποχής», με χάπι εντ, για τη γιαγιά αλλά…. Γολγοθάς για σένα!!! 😉
    Φυσικά και διάβασα «διαγωνίως» τις διαδικασίες πώλησης του σπιτιού, αλλά θα τις έχω «υπ’ όψιν» αν χρειαστεί να πουλήσω το μικρό σπίτι στο (καμένο) λιβάδι όπου ζω! 😛
    Έχω περάσει και η ίδια σαν παιδί υπέροχες διακοπές στον τεράστιο κήπο των παππούδων μου, στο Βόσπορο που ευτυχώς πουλήθηκε πριν φύγουμε (τρέχοντας) απ΄τη Πόλη…
    Κάθε φορά που σε διαβάζω κάτι γλυκό μένει στη καρδιά μου, γι αυτό και ένα μεγάλο ευχαριστώ! 😀

    ΑΦιλάκια γλυκά φυσικά! 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ένα τέλος δίκαιο, μα όχι πολύ «χάπι»… μια που, όταν έκλεισε η γιαγιά τα μάτια της, είχε χάσει τα τρία από τα πέντε παιδιά της…
      Ωστόσο, ναι, μπορούμε να πούμε ότι αυτοί οι δύο έπρεπε να είναι μαζί, αφού ούτε ένας γάμος με τόσους «καρπούς» αλλά ούτε κι ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στάθηκαν εμπόδιο να ξαναβρεθούν και να ζήσουν μαζί.

      Αχ, εκείνοι οι υπέροχοι κήποι στο Βόσπορο…
      (Θυμάμαι, είχα κάνει δώρο στη γιαγιά τη «Λωξάντρα»… και πόσες ιστορίες θυμόταν σε, σχεδόν, κάθε σελίδα που διάβαζε… Πόσες φορές βούρκωνε και πόσο μούσκεψε εκείνο το βιβλιαράκι των εκδόσεων «Εστία» με το σκληρό εξώφυλλο, μέχρι να το τελειώσει…)

      Άι, άι, άι! Καλά έκανες και διάβασες… «διαγωνίως» τα διαδικαστικά!

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, Στεφανία μου γι’ αυτό που μου έγραψες!
      Να είσαι καλά!
      Σε φιλώ πολύ!❤

      Αρέσει σε 1 άτομο

  4. Ρε τη γιαγιά!… Τι ιστορία κι αυτή Νατάσα μου! Δεν βαρέθηκε πάντως στη ζωή της ε; Όλα τα βίωσε και τα έβγαλε πέρα παλικαρίσια. Δεν ξέρω άλλη περίπτωση γυναίκας εκείνης της εποχής που τόλμησε να διεκδικήσει τον έρωτά της. Μπράβο της!
    Αυτό με τη γραφειοκρατία και το ατέλειωτο χαρτομάνι με δυσκόλεψε πολύ. Έχω μια μικρή (και πικρή) πείρα κι εγώ. Ένα συρτάρι φακέλλους έχω γεμίσει, για μια απλή αποποίηση κληρονομιάς. Γιατί συμβαίνουν και αυτά. Και κερατάς και δαρμένος δηλαδή…
    Με το καλό να έχει αίσιο τέλος η περιπέτεια με την ενημερότητα και ευχαριστούμε πολύ για το «ισλί» που μας κέρασες!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ήταν μια δυναμική (αν και πολύ βασανισμένη) γυναίκα. Πολλά τα «μη» και τα «δεν πρέπει», πολλοί φραγμοί, πολλές φορές το συναίσθημα «στο απόσπασμα» (πάντα, για χάρη κάποιων άλλων που δεν τους αναλογούσε, ούτως ή άλλως, ούτε ένα χιλιοστό από τις υπόγειες διαδρομές της γιαγιάς, προκειμένου να κρατηθούν ισορροπίες και να μην υπάρχει αντίκτυπος στα παιδιά της).

      Μπορώ να φανταστώ και το δικό σου χαρτομάνι και την πικρία κι όλο το κόστος, σε κάθε επίπεδο…

      Άντε να δούμε! Να τελειώνουν όλα, μπας και ξεσκαλίσω τους «θησαυρούς», βρω την τσιμπίδα του θείου Φώτη κι αξιωθώ να φτιάξω κάνα ισλί!

      Τα φιλιά μου, Μαρία μου!

      Μου αρέσει!

  5. Οι προσωπικές αναμνήσεις-πολύτιμο φυλαχτό στο κομποσχοίνι της συλλογικής ιστορίας του τόπου μας. Πήρες «μολύβι και χαρτί» και τις απέδωσες με έναν χαρισματικό γραπτό λόγο που καθηλώνει…

    ΥΓ. Για τη γραφειοκρατία δεν θέλω να σχολιάσω κάτι. Ένα τέρας-λερναία ύδρα που τρέφει αλληλοδιαπλεκόμενα μικρά και μεγάλα συμφέροντα.

    Αρέσει σε 1 άτομο

  6. Θαύμασα την ιστορία της γιαγιάς, Νατάσα μου. Στη γραφειοκρατία όμως του δημοσίου δεν ήξερα αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω με τα χάλια μας. Δεν έχω πουλήσει σπίτι και δεν ήξερα τον φαύλο αυτό κύκλο. Τι να πω? Κουράγιο, φίλη μου. Σε φιλώ.

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Στην εποχή της τεχνολογίας, όταν τα πάντα –υποτίθεται– θα μπορούσαν (και μπορούν, δεν είναι «επιστημονική φαντασία») να γίνονται ηλεκτρονικά, έχουμε μείνει στον αραμπά και στο μπακαλοτέφτερο!
      (Οι δικαιολογίες τύπου «μα θα απολυθεί κόσμος αν γίνονται όλα ηλεκτρονικά», δεν ευσταθούν, εάν το δυναμικό εκπαιδευτεί στις νέες τεχνολογίες, αξιοποιηθεί όπως πρέπει και ανακατανεμηθεί σωστά. Ας μην ανοίξω, όμως, άλλο θέμα τώρα…)

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, Mia μου!
      Τα φιλιά μου, καλό βράδυ και καλό Σαββατοκύριακο!💕

      Μου αρέσει!

  7. Τη ρούφηξα την ιστορία της γιαγιάς! Συγκινήθηκα πολύ, Νατασσάκι!
    Αρρωσταίνω και μόνο στο άκουσμα της γραφειοκρατίας. Έχω πέσει πολλές φορές στα πλοκάμια της και επειδή έχω αρνηθεί να δώσω το απαραίτητο φακελάκι, έχω χάσει πολύτιμες ώρες από τη ζωή μου…
    Κι εγώ γεννήθηκε λίγο καιρό αφού πέθανε η γιαγιά της μαμάς μου…
    Στέλνω αγωνιστικούς χαιρετισμούς και εύχομαι ένα ξεκούραστο Σαββατοκύριακο! ♥

    Μου αρέσει!

  8. Τα κατάφερα! Έστω και πολύ αργότερα από σένα Νατάσα μου, που διάβασες 34 συμμετοχές και ψήφισες!

    Βρε τη γιαγιά! Θεά! Λάτρεψα λέμε!
    Στο μεταξύ κάτι ξέρω κι εγώ από συμβόλαια, λογιστές, ευρώπουλα που σκας δώθε κείθε, πρόστιμα από το πουθενά, παράβολα, χαρτούρα και δεν συμμαζεύεται! Σε σημείο να αναρωτιέμαι αν άξιζαν όλα αυτά, όταν στο τέλος καλείσαι να πληρώνεις ενοίκιο στο σπίτι σου (ΕΝΦΙΑ).
    Εγώ δεν γνώρισα γιαγιά δυστυχώς. Η περιγραφή του κηποπαραδείσου σου όμως μου θύμισε τους δικούς μου παιδικούς παράδεισους! Μόνο που ποτέ δεν ένιωσα για πετ τις κότες μας! Ήξερα ότι τις τρώμε. Είχα δει τη μαμά να τις σφάζει κι εξοικειώθηκα από νωρίς!
    Φιλάκια πολλά Νατασάκι μου♥

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Εδώ, όμως, Αριστέα μου… δεν τα κατάφερα!
      Έρχομαι με μεγάλη καθυστέρηση στα σχόλιά σας…

      Ναι, η γιαγιά ήταν πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος. Πρόσχαρη, κοινωνική, αγαπητή, με μια καλή κουβέντα για όλους, η πόρτα κι η αγκαλιά της ανοιχτή για ν’ ακούσει, να πει τη γνώμη της, να δώσει μια συμβουλή αν της τη ζητούσαν…
      Ο παππούς, κλειστός, λιγομίλητος, «δωρικός», μα με περίσσεια καλοσύνης και ψυχής.

      Μια φορά είχα δει να σφάζουν κότα, στην Αναφωνήτρ(ι)α, στη Ζάκυνθο. Ήμουν πολύ μικρή, σταματήσαμε να φάμε, τη σφάξανε μπροστά μας για να μας ευχαριστήσουν. Δυο παιδάκια (το κοριτσάκι συνομήλικο, το αγοράκι λίγο μεγαλύτερο), απόλυτα εξοικειωμένα κι αυτά.
      Νοστιμομαγειρεμένη η κότα, κοκκινιστή, με μακαρόνια και πατάτες τηγανιτές για ‘μένα. Αυτές έφαγα. Και τη σαλάτα (όλα –ντομάτες, αγγούρια, κρεμμύδια– δικής τους παραγωγής).
      Με «σταύρωναν» όταν επιστρέψαμε στην Αθήνα, να (ξανα)φάω κοτόπουλο. Ε, η αναίσθητη, εφόσον δεν το έβλεπα κάθε φορά να το σφάζουν μπροστά μου… το ‘τρωγα!

      Τα γραφειοκρατικά δεν έχουν ακόμη τελειώσει, βγήκαν στην πορεία κάτι… υπολείμματα ΕΝΦΙΑ (ούτε που ξέρω από πού, μέχρι τελευταίο λεπτό του ευρώ πλήρωνα, «από τροποποιήσεις» είπαν…) όπου για οφειλή 1,27… η τράπεζα εισέπραξε 1,50 «έξοδα»!!! (Βάλε x3, 4,50ευρώ «αέρα» στην τράπεζα!) Επιπλέον: η Εφορία, λέει, δεν τα εισέπραττε, επειδή ήταν μικροποσά («ούτε χαρτόσημα δεν κάνουν τόσο!», απάντηση!) άρα έπρεπε να κατατεθούν στην τράπεζα, αλλά θα εμφανιστούν στην Εφορία δύο ημέρες –τουλάχιστον!– μετά και μόνο τότε θα μπορέσει να εκδώσει ενημερότητα (παρόλο που υπάρχουν τα καταθετήρια!)
      Όχι, δεν είναι Μπέκετ ούτε Ιονέσκο! Real life είναι…

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, Αριστέα μου!
      Σε καλημερίζω και σε φιλώ πολύ! 💕

      Μου αρέσει!

  9. Τί ήθελα και διάβασα το «Πού πάει η αγάπη όταν φεύγει;»
    Από τη μια να θέλω να γελάσω, από την άλλη να προσπαθώ να δείξω κατανόηση στο πρόβλημα του διακαούς πόθου του… σεβάσμιου κυρίου και στο καπάκι να επιστρέφω στην εδώ ανάρτηση…
    Δυστυχώς, κάτι ξέρω από κληρονομικο-γραφειοκρατικά, και πραγματικά εύχομαι καλά ξεμπερδέματα…
    (‘Καληνύχτα, Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ…’ κτλ)
    Ωστόσο, δεν μπορώ να μην αναφέρω ξανά, το πόσο με ταξιδεύει η γραφή σου! Τί περιγραφές κάνεις, βρε κορίτσι μου?! Καταφέρνεις να μας μεταφέρεις εικόνες, ήχους, αρώματα… Εναλλάσσεις γλύκα, γέλιο, συγκίνηση και όλο αυτό, απ’ ό,τι μπορώ να καταλάβω, σου βγαίνει τόσο φυσικά!
    Έχεις χάρισμα!
    Αγκαλιά μεγάλη και πολλά ΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΜΟΥΤΣ, κορίτσι μου!
    ***Καφέ δεν πίνω, αλλά μήηηηπως είναι «λίιιιιγο» βαρύς ο δικός σου?!?!
    Να (σε) προσέχεις!
    ❤ ❤ ❤

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Καλά έκανες και τη διάβασες την αγάπη που φεύγει (και πού πάει!), διότι επικαιροποιήθηκε, λες και δεν μ’ έφταναν όλα τ’ άλλα! 😐

      Για… ενημέρωση, σχετικά με τα γραφειοκρατικά, βλ. πιο πάνω σχόλιο–απάντηση στην Αριστέα… (Να ‘ξερες πόσες φορές τον έχω… καληνυχτίσει τον Κεμάλ!)

      Χαίρομαι που, τουλάχιστον, σου άφησε μια γλυκιά γεύση η ανάρτηση, Γιάννα μου!

      Σ’ ευχαριστώ πολύ!
      Καλημέρα και φιλιά πολλά! 💕

      ΥΓ. Παραείναι και θα διαφωνεί κι ο ιατρός, στον οποίο κάνω –ακόμη!– την… Κινέζα!😇

      Μου αρέσει!

  10. Tην λάτρεψα την γιαγια σου και την ιστορία της.. και εσενα Αναστασια μου γιατί μας την μετεφρες εδώ και την απολαυσαμε μεσα απο την ομορφη γραφή σου ..που κυλάει σαν νερακι ..!!! ειναι τοσο ομορφο να μενουν οι αναμνησεις αυτες μεσα σου!! να τις ανασκαλευεις και να λαφρώνει η καρδια σου.. εστω και με δυσκολια..για ότι πέρασαν στην ζωή τους οι ανθρωποι σου!!
    Οσο για την γραφειοκρατια.. ασε κοριτσι μου.. αυτο το κρατος δεν υπαρχει..του αρεσει να ταλαιπωρεί τον κοσμο.. τι να πει κανείς.. μονο ευχή.. να τελειωσεις γρηγορα απο όλο αυτην την τρέλα σύντομα. ενα φιλι σου στελνω …. κουράγιο.!!! 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Σμαραγδένια μου,
      Δεν θα μπορούσα να μην τους έχω στην καρδιά μου αυτούς τους ανθρώπους και, πράγματι, είναι παρήγορες αυτές οι αναμνήσεις, τις ώρες που όλα είναι –και περνούν– δύσκολα…

      Για τα γραφειοκρατικά, έγραψα πιο πάνω, στην απάντησή μου στην Αριστέα και ναι, είναι αυτό ακριβώς που γράφεις: αυτο το κρατος δεν υπαρχει..του αρεσει να ταλαιπωρεί τον κοσμο..

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, Σμαραγδένια μου!
      Να είσαι και να περνάς καλά!
      Πολλά φιλιά! ❤

      Μου αρέσει!

  11. Αχ βρε κοριτσάκι μου, πόσο με συγκίνησες! Δεν είναι τυχαίο που «κουμπώσαμε», έχουμε πολλά κοινά που παρά το γεγονός πως δεν τα γνωρίζουμε ακριβώς μας δίνουν μια απίστευτη ταύτιση!…
    Σ΄ευχαριστώ γι’ αυτό που διάβασα και για τα συναισθήματα που μου γέννησε…
    Πολλά γλυκά φιλιά, φίλη
    Μαρίνα

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Τίποτα, πραγματικά, δεν είναι τυχαίο, Μαρίνα μου…
      Κι είμαι σχεδόν βέβαιη ότι με στην πορεία θ’ ανακαλύπτουμε διαρκώς κοινά, σε δρόμους παράλληλους, τόσο εμείς, όσο και άλλοι, φίλες και φίλοι.

      Σ’ ευχαριστώ πολύ κι εγώ!
      Φιλί!❤

      Αρέσει σε 1 άτομο

Γράψε κι εσύ τα δικά σου...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s