Παλαιάς κοπής

Παλαιάς κοπής

Γεννήθηκε, του είπαν, με προσωπίδα κι αυτό ήταν –λέει– σημάδι πως στη ζωή του θα πήγαινε μπροστά, καθώς θα ‘χε την εύνοια της τύχης.

Μα, λίγο καιρό μετά, θες από κακοδιαχείριση; Θες από λαθεμένους χειρισμούς; Ο πατέρας του, έχασε όλη του την περιουσίαॱ τρία μαγαζιά στο κέντρο της Αθήνας –από ‘κείνο της Ομόνοιας, ψώνιζαν «οι μεγάλοι του Θεάτρου» της εποχής.

Από το Κολωνάκι στο Παγκράτι, πίσω απ’ την πλατεία Βαρνάβα, σχολειό στης Δραγάτση. Μπαλωμένα τόπια, ρούχα καμωμένα απ’ τα παλιά της μεγάλης αδερφής και χιλιοκαπλαντισμένα, μια γωνιά ψωμί και μια φέτα παλαμίδα κι αντί για γάλα, τσάιॱ βρασμένο τρεις και τέσσερις φορές, για να φτάσει για όλους.

Η μάνα χωρίς μιλιά, ο πατέρας σε δουλειά ό,τι να ‘ναι, τώρα πια. «Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα», έλεγε, «να βρεθείς στην ανάγκη εκεινού πού κάποτε σου χρώσταγεॱ λεφτά, χάρη ή την ίδια του τη ζωή…». Ο μισθός του μήνα, δυο μερών χαρά και τις υπόλοιπες κρασί στο τεμπεσίρι.

Δυο κορίτσια − δυο αγόρια, τα παιδιά. Η μεγάλη, έφτασε της παντρειάςॱ βρήκε τον ομορφονιό, παντρεύτηκαν στον Άγιο Αρτέμη –κι από τότε, δεν ξανάδε τον πατέρα της. Ούτε νύφη δεν ήθελε να την πάει, «ντροπής πράγματα μπαρμπα–Γιωργάκη», του λέγανε όλοι, «καλά τον κόσμο… Το κορίτσι σου δεν το σκέφτεσαι;»

— «Επειδή το σκέφτομαι δε θέλω να πάω! Μαύρο ψωμί θα φάει μ’ αυτόνε!»

Μαύρο; Άσπρο; Δε μίλαγε η Θανασούλα. Μόνο έδινε. Ακόμα κι όταν ο μορφονιός της την έπεισε να φύγουν για την Αυστραλία, να βρούν εκεί την τύχη τους, πάλι δε μίλησεॱ αλλά στα γράμματά της, έστελνε σ’ όλους την αγάπη της –και τη λαβαίνανε ετούτη την αγάπη, και τους μαλάκωνε τις καρδιές κι ήταν σα να την είχανε δίπλα τους, σα να μην είχε φύγει ποτέ.

♦ ♦ ♦

Η εικοστή όδγοη του Οκτώβρη 1940, μέρα Δευτέρα, τον βρήκε αμούστακο παλληκαράκι, πάνω στο ποδήλατό του, «γυρίστε όλοι πίσω, έχουμε πόλεμο».
Από πού να γυρίσει πίσω; Απ’ το σχολειό; Απ’ τη δουλειά; Και λεφτά στο σπίτι;
Η δεύτερη αδερφή, λίγο πιο μεγάλη από ‘κείνον, έραβεॱ και τι να ράψει, μ’ ένα μάτι; –τ’ άλλο άρρωστο, απ’ τη γέννα.
Ο «Βενιαμίν», παραήταν μικρός…

♦ ♦ ♦

Ο ίδιος, είχε πιάσει να δουλεύει απ’ τα δώδεκα. Τον πήγε ο πατέρας του στο Ινστιτούτον Καλλονής, στο Σύνταγμα. «Δεν μπορούμε να τον πάρουμε, είναι πολύ μικρός. Έχουμε κι έλεγχο…»
— «Πάρτε τον για τα θελήματα. Αρκεί να τον πληρώνετε, αλλιώς θα ‘χετε να κάνετε μαζί μου!»
Και τον πήρανε. Και τον στέλνανε όπου να ‘ναι. Κι αν τύχαινε να πάει ο έλεγχος, τον κρύβανε.

«Από τότε το ‘χαν πιάσει το νόημα και σας κοροϊδεύανε, τις γυναίκες. Ωραία βαζάκια, λίγο αμυγδαλέλαιο σε μια απλή πομάδα, και ετικέτα made in France! Τις μοσχοπουλούσαν, όμως, εκείνες τις κρέμες. Α! Και σύσφιξη προσώπου… με κομμάτια σαμπρέλας –οι πελάτισσες, νόμιζαν πως ήταν ειδικές ελαστικές μάσκες από τη Γαλλία!»

Μετά, στου Λουμίδη –εκεί, του δώσανε και στολή! Άλλοτε, τον έστελναν με παραγγελίες − δώρα. «Αυτά, να τα πάρεις να τα πας στα Καλουτάκια!»

Και μετά στο εργοστάσιο. Στην Ιακωβάτων. Υφαντουργείο. Μαστόρι, ο πιτσιρικάς, στους αργαλειούς. Διπλοβάρδιες, ύπνος στο εργοστάσιο «αν τύχει κάτι, ξυπνάς και το φτιάχνεις». Εκείνος, με μια σκέψη: εργάτης θα μείνω σ’ όλη μου τη ζωή…;

Εκεί, με τα πρώτα χτυποκάρδια –η Κρινιώ, κάνα δυο χρόνια πιο μεγάλη από ‘κείνον– τον βρήκε ο πόλεμος.

♦ ♦ ♦

Για ‘κει είχε κινήσει –τώρα, η οικογένεια έμενε σε μιαν αυλή, στους Αμπελοκήπους– και με το που έσκασε μύτη στη Μεσογείων, τον σταμάτησαν.

Κατοχή, αντίσταση –μ’ όποιο τρόπο. Μια μικρή ομάδα, Αγωνιζομένη Ελλάς, κι εκείνος, έγινε Κανάρης.

— «Πού πας αγόρι μου;»
— «Βόλτα με τα παιδιά, μάνα…», και στις τσέπες (βαθιές τσέπες, ίσαμε το γόνατο, ίσως και πιο κάτω) τ’ όπλο κι οι προκηρύξεις.

Λόφος Στρέφη, Νεάπολη, Λυκαβηττός –τοιχοκολήσεις με την ψυχή στο στόμα. Τρεις φορές, παραλίγο νεκρός.
Μετά, διαλύθηκαν.

— «Πάμε στη ‘Χ’, εκεί κάνουν καλή δουλειά!», του ‘πε φίλος καρδιακός.

Πήγανε. Ψάρι, εκείνος. Αξιωματικοί οι Χίτες. Τους άκουγε.

— «Τελικά, αντίσταση κατά των Γερμανών κάνουμε ή αντικομμουνιστικό αγώνα;» τόλμησε να ρωτήσει μια μέρα –κι ήταν η τελευταία του, εκεί μέσα.

♦ ♦ ♦

Με την απελευθέρωση, τα πράγματα δυσκολέψανε κι άλλο. Παντρεύτηκε κι η δεύτερη αδερφή, στο ίδιο σπίτι –τι σπίτι; Ένα δωμάτιο όλο κι όλο– οι νιόπαντροι, μαζί με τους γονείς και τα δυο αγόρια. Μια κουρτίνα−μπερντές, εξασφάλιζε σχετική απομόνωση στο ζευγάρι.

Νυχτερινό σχολειό. Μέση Εμπορική.

Μια μέρα, τον έπιασε ο πατέρας του, «άκου να σου πω! Όσα γράμματα έμαθες, έμαθες. Να κοιτάξεις να δουλέψεις κανονικά, να φέρνεις λεφτά στο σπίτι», Η μάνα του «να μάθεις γράμματα. Να γίνεις. Εδώ, έρχονται απ’ τα χωριά και βγαίνουνε γιατροί…»

— «Μάνα, τα γράμματα θέλουνε λεφτά…»
— «Τι σε νοιάζει; Εγώ θα σου δώσω…» και πήγε στο στρώμα, έβγαλε ένα βρώμικο κουβάρι κι άρχισε να το ξετυλίγει. Το κομπόδεμά της. Ό,τι προλάβαινε να σώσει, πριν τα κάνει μισοκαδιάρικα ο άντρας της.

Έγινε. Πήρε το πτυχίο του από την ΑΣΟΕΕ, έμαθε και τα εγγλέζικα, έπιασε καλή δουλειά και με τα χρόνια αγόρασε δικό του σπίτι, διαμέρισμα!
Τώρα, δε χρειαζόταν πια να μένουν στην αυλή, παρόλο που η δεύτερη αδερφή με τον άντρα της και τα δυο –πλέον– παιδιά τους, είχαν μετακομίσει, «βρήκε για θυρωρός ο Σταμάτης, σε πολύ πλούσια πολυκατοικία, στο Κολωνάκι. Θα μένουμε εκεί, στο υπόγειο».
Παντρεύτηκε κι ο μικρός, που δεν τα ‘θελε τα γράμματα κι έβγαλε με το ζόρι το σχολειό το κανονικό (γιατί ήταν η αδυναμία του πατέρα που δεν ήθελε να τον ζορίσει ούτε να τον κουράσει).

Χώρος, λοιπόν, περίσσευε. Αλλά όχι και ζωή.

Ήρθε το πρώτο εγκεφαλικό του πατέρα. Στο διαμέρισμα μπορεί όλα να ‘ταν πιο άνετα, πιο ανθρώπινα, όμως για τη μάνα που ‘χε γεράσει και βαρύνει, καθετί έμοιαζε βουνό που ‘πρεπε να το περάσει. Γυρνούσε εκείνος από τη δουλειά και τους ντάντευε και τους δύο. Έτσι, δεν κατόρθωσε να πάρει το δεύτερο πτυχίο του, της Νομικής.

Αργότερα, γνώρισε κι εκείνη την καλή κοπέλα, αρραβωνιάστηκαν, και στάθηκε πλάι του και πλάι τους.

Τ’ αδέρφια του, που τον είχαν αφήσει μόνο του με τους γέρους, εμφανίζονταν στη χάση και στη φέξη να τους δουν, «σας προσέχει; Γιατί, αν δε σας προσέχει…», έμενε μετέωρη η απειλή!
— «Εκείνος μας προσέχει! Εσείς, πού είσαστε;»
— «Τι ανάγκη έχετε τώρα από ‘μας; Έχετε τη νύφη!»

Η νύφη τούς έκλεισε και των δυονών τα μάτιαॱ η νύφη, λαμπάδα αναμμένη στο σπιτικό τους…

♦ ♦ ♦

Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Στη δουλειά του, έπαιρνε τους βαθμούς αργά αργά. Άλλοι πάλι, χωρίς πτυχίο, χωρίς ξένη γλώσσα, αλλά με μπάρμπα στην Κορώνη (και στην κατάλληλη θέση, με τα κατάλληλα βύσματα), κάλπαζαν προς την κορυφή. Δεν τον ένοιαζε. Ήταν πολύ κουρασμένος και πολύ έντιμος, για ν’ αρχίσει τις δημόσιες σχέσεις και τη… «βούρτσα».

Επί χούντας, δεν πήρε καμία προαγωγή. «Κόλλησε». Μια μέρα, ο διευθυντής του –άνθρωπος με πείρα στη ζωή, μετρημένος και σοβαρός– του είπε να προσέχει… Να μη μιλάει πολύ δημοκρατικά!

Προήχθη ξανά, μετά τη Μεταπολίτευση. Πήρε και θέση. Αλλά… ξανακόλλησε!

Τον επόμενο –και τελευταίο– βαθμό, τον πήρε το ’82.

— «Να πας να σου αναγνωρίσουν την αντίσταση!», έπεσαν όλοι πάνω του –ο αδερφός, η αδερφή…

Μα εκείνος, ντράπηκε και που τ’ άκουσε. Να εξαργυρώσει τον μικρό, άδολο αγώνα του, για να τσοντάρει χρόνια στη σύνταξή του;

Προτίμησε να κρατήσει στο κουτάκι του την κονκάρδα της οργάνωσης και στην καρδιά του τους συντρόφους τουॱ ας έμενε ο μικρός, άδολος αγώνας τους, λιθαράκι στο χτίσιμο ενός κόσμου πιο δίκαιου, χωρίς πολέμους, μίση, φατρίες…

— «Όλοι εμείς, οι παλαιάς κοπής, έτσι βολοδέρναμε. Οι πλούσιοι ήταν λίγοι, ελάχιστοι. Ζούσαν σε συγκεκριμένα μέρη, είχαν ωραία, άνετα σπίτια, αυτοκίνητο, κι ανθρώπους στη δούλεψή τους.
»Οι φτωχοί, ήμασταν όλοι οι υπόλοιποι.
»Ζούσαμε σε αυλές, φτιάχναμε αυτοκινητάκια με κουτιά από τσιγάρα. Τα κορίτσια είχαν κούκλες καμωμένες από κουρελόπανα. Κάναμε πάρτυ ρεφενέ, άλλος έβαζε το γραμμόφωνο, άλλος τις πλάκες, άλλος το κρασί, οι μανάδες ή οι αδερφές να φτιάξουν από κάτι να τσιμπήσουμε. Δεν είχαμε καλά και πρόχειρα ρούχα. Είχαμε της δουλειάς και ό,τι φορούσαμε σε κάθε άλλη περίσταση.
»Θέλαμε να ζήσουν τα παιδιά μας, τα παιδιά τους, τα παιδιά των παιδιών τους κι όλες οι γενιές που θα ‘ρχονταν μετά απ’ τη δικιά μας, πιο ανθρώπινα. Να μην κοιμούνται στο χώμα. Να μην τρώνε ξερό ψωμί. Να μαθαίνουν γράμματα. Να ‘χουν δουλειές. Να μπορούν να κάνουν κάτι παραπάνω από ‘μας, για τις ακόμα παραπέρα γενιές.
»Δεν ξέρω τι στράβωσε στην πορεία.
»Εμείς, δεν κλέβαμε. Ακόμη και με τόση ανέχεια, δεν περνούσε καν απ’ το μυαλό μας. Τίποτα δεν ήταν ιδανικό, μην ξεγελιόμαστε. Τέτοιες μέρες να μην ξανάρθουν. Αλλά τελικά, σε τι είναι καλύτερες οι μέρες τούτες;
»Σε Θεό, δεν πίστεψα ποτέ. Σταυρό, δεν έμαθα να κάνω. Όμως τον διπλανό μου, ποτέ μου δεν τον έβλαψα. Ούτε κανενός το κακό θέλησα. Κι όταν κάποιος πρόκοβε, χαιρόμουν γι’ αυτόν –χαιρόμουν για καθέναν που ξέφευγε απ’ τη σκοτεινή μεριά.
»Σ’ όλη μου τη ζωή, δάνειο δεν πήρα, δεν χρώσταγα ποτέ, ούτε σε άνθρωπο ούτε σε μαγαζί ούτε σε τράπεζα. Δεν έβγαλα ποτέ πιστωτική κάρτα. Δεν είχα ποτέ πάρε−δώσε με το Δημόσιο. Ήμουν και είμαι νομοταγής πολίτης.
»Η Εφορία πάντα ήξερε, καλύτερα κι από ‘μένα τον ίδιο, τι είχαॱ κι όσα μου αναλογούσαν να πληρώσω, τα πλήρωνα.
»Τώρα, μου λένε πως… όλοι μαζί τα φάγαμε! Μου κόψανε τα δώρα γιατί, λέει, τα ταμεία είναι άδεια! Μα, όταν συνταξιοδοτήθηκα εγώ, τα ταμεία είχαν πλεόνασμα! Κι όσο δούλευα, οι κρατήσεις στο μισθό μου γίνονταν για να ‘χω περίθαλψη και για να μπορέσω να ζήσω αξιοπρεπώς όταν δε θα ‘μαι αρκετά ικανός να προσφέρω ό,τι πρόσφερα από τα δώδεκα.
»Ανήκω σε μια από τις δυο−τρεις τελευταίες γενιές που δούλεψαν τόσο πολύ, για τόσο λίγα. Δεν έχω παράπονο μ’ όσα κατάφεραॱ μ’ όσα απέκτησα. Ίσως αυτά τα λίγα, να είναι και πολλά. Για 70−80 χρόνια που ζει κανείς, πόσα περισσότερα να θελήσει; Τι να τα κάνει; Πού να τα πάει μετά;
»Μου ‘παν ότι έχω μεγάλη σύνταξη –και πρέπει, λέει, να την πετσοκόψουν γιατί το κράτος χρωστάει, η Ελλάδα χρωστάει, τα ταμεία χρωστάνε…
»Ξέρεις τι λέω εγώ; Άει στο διάολο! Ρεμπεσκέδες, σαπιοκοιλιάδες, ρεμάλια, κηφήνες! Κτήνη! Τομάρια που, δε βλέπετε μπροστά και παραπέρα από τη μύτη σας, πιο πίσω απ’ τον κώλο σας! Πουλημένοι δωσίλογοι, εκτρώματα της Ιστορίας!
»Πότε δουλέψατε, ρε;
»Πότε κάνατε αγώνα, ρε;
»Πότε σκεφτήκατε, ρε;
»Είχατε ποτέ όνειρα; Ιδανικά; Πατρίδα;
»Πόσο θα ζήσετε;
»Τι κληρονομιά θ’ αφήσετε; Τι παιδιά βγάλατε; Έχετε το θάρρος να γυρίσετε και να πείτε σ’ αυτά τα παιδιά, ότι αγωνίζεστε για το μέλλον τους; Έχετε το θράσος να πείτε σ’ αυτά τα παιδιά ότι κάποια μέρα, θα ‘ναι περήφανα που ‘ναι παιδιά σας;»

♦ ♦ ♦

Πίσω απ’ τα μάτια του, πέρα απ’ τη φωνή του…
μια ανοιχτή τηλεόραση προσπαθούσε να πείσει το κοινό της ότι είμαστε… μες στην καλή χαρά…,
μια μηχανή του εσπρέσο άφησε τους ενδεικτικούς ήχους ότι ο καφές ήταν έτοιμος…
ένα αυτοκίνητο βγήκε από την πυλωτή…,
ένα μισάνοιχτο περιοδικό κύλησε απ’ τα σκεπάσματα στο πάτωμα, μένοντας ανοιχτό στη σελίδα καυτά κουτσομπολιά από τη showbiz…,
ο υπουργός κοίταξε με συγκίνηση και καμάρι το τεθωρακισμένο αυτοκίνητό του που κόστισε στο λαό 750.000 ευρώ…,
ο αντιπρόεδρος ρεύτηκε, γύρισε πλευρό με πολύ κόπο και συνέχισε τον ύπνο του…,
ένα παιδί διαβάζει πως, «Ο Νόμος είναι εκείνη η ελευθέρα απόφασις οπού με την συγκατάθεσιν όλου του λαού έγινεν» ¹…,
ο πρωθυπουργός χέστηκε για τη χώρα…,
ένα παιδί διαβάζει πως, «Όταν η Διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού, και δεν εισακούει τα παράπονά του, το να κάμη τότε ο λαός ή κάθε μέρος του λαού επανάστασιν, να αρπάξη τα άρματα και να τιμωρήση τους τυράννους του, είναι το πλέον ιερόν από όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητον από όλα τα χρέη του.» ²

H ιστορία είναι αληθινή.
Κάποια ονόματα έχουν αλλαχτεί. Κανένα περιστατικό ή γεγονός δεν είναι «συμπτωματικό». —


¹² Ρήγας Βελεστινλής, «Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των Μεσογείων νήσων και της Βλαχομπογδανίας» − Δίκαια του Ανθρώπου και του Πολίτου, άρθρο 4 και άρθρο 35.


• Πρώτη δημοσίευση: 2 Οκτωβρίου 2010 στο παλιό ιστολόγιό μου «Μολύβι και Χαρτί»
• Δεύτερη δημοσίευση: 6 Νοεμβρίου 2014 στο παλιό ιστολόγιό μου:»Roula the Cat • C’est la vie!»
Ό,τι έχει αλλάξει έκτοτε, δεν είναι προς το καλύτερο. Το αντίθετο, θα έλεγα. Αυτός κι ο λόγος που δεν θεώρησα σκόπιμο να αφαιρέσω κάποιους ετεροχρονισμούς.

• Photo by © Stanko Abadžić, Portfolio: Prague

25 thoughts on “Παλαιάς κοπής

  1. Νατάσα μου, η ιστορία είναι συγκλονιστική. Και το όσο ακόμη περισσότερο. Τι έχουν να πουν άραγε οι ιθύνοντες στους νυν συνταξιούχους που από αναγνώριση μηδέν αλλά τους καταδίκασαν στη φτώχεια? Τι να πουν στη μέση ηλικία που την υποχρεώνει να βγει στη σύνταξη στα 67? Τι να πουν στη νέα γενιά που είναι άνεργη? Αχ αυτά είναι τα χάλια μας. Και μη χειρότερα! Μέχρι να ξυπνήσει αυτός ο λαός που κοιμάται…

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ξέρεις ποιοι είναι χειρότεροι από τους κοιμισμένους; Οι βολεμένοι! Αυτοί που επιλέγουν τα ψίχουλα, νομίζοντας πως θα τα χάσουν αν σηκωθούν…
      Κλισεδάκι: «η ανοχή είναι συνενοχή», μα είναι η αλήθεια.

      Πόσο δίκιο έχεις…
      Να είσαι καλά, Mia μου!
      Σ’ ευχαριστώ πολύ!🌼

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Η ιστορία σου είναι αληθινή και μπορεί να μην ξέρουμε σε ποιους αναφέρεσαι εσύ, αλλά να είσαι σίγουρη πως όλοι μας, λίγο-πολύ, έχουμε αυτές τις σκέψεις, αυτό το παράπονο, αυτή την αδικία, αυτούς τους διαλόγους στα αφτιά μας ή στο κεφάλι μας… Από το γείτονα, το γνωστό, τον κοντινό συγγενή… Δυστυχώς…
    Θα ήθελα πολύ όλο αυτό να ήταν προϊόν μυθοπλασίας…
    Η γραφή σου με αγγίζει και στα χαρούμενα και σε αυτά… Να το ξέρεις…
    Καλό βράδυ, κούκλα μου! ΣΣΣΣΣΜΟΥΤΣ πολλά!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Αν και κανένα από τα πρόσωπα της ιστορίας δεν βρίσκεται, πλέον, εν ζωή, ήμουν ανάμεσα στο να αποκαλύψω ή όχι πού αναφέρομαι. Επέλεξα το δεύτερο, ίσως γιατί είναι λίγα αυτά που έγραψα για τη ζωή και την ψυχή του κεντρικού ήρωα, του δικού μου ήρωα.

      Η πίκρα και το παράπονο, η αχαριστία κι η αδικία, δεν θα μπορούσαν παρά να αγγίζουν μεγάλη (τη μεγαλύτερη) μερίδα των τίμιων ανθρώπων.

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, Γιάννα μου!
      Να είσαι καλά!
      Την καλημέρα και τα φιλιά μου! ❤

      Μου αρέσει!

  3. Όχι ότι θα ιδρώσει ο απαυτός των παχύδερμων που υπόγραψαν την καταδίκη μιας ολάκερης γενιάς… αλλά είναι αυτό που φανατικά πιστεύω κι εγώ Νατάσα μου. Να κρατάμε τις ιστορίες τους ζωντανές και να τιμούμε τον αγώνα τους. Και το κάνεις με σεβασμό και αγάπη, ενώνοντας τους ήρωες σου με τους δικούς μας, που βρέθηκαν στην ίδια μοίρα, προδομένοι και απογοητευμένοι στη δύση της ζωής τους. Τα ειλικρινή μου συγχαρητήρια για τις αξίες και τα μηνύματα που μας μεταφέρεις, μέσα απ’ την αριστοτεχνική γραφή σου!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ούτε καν, Μαρία μου…
      Το βλέπουμε κάθε μέρα, άλλωστε (να… χαρούν τ’ αναδρομικά, 15εκ. ευρώ!)

      Ακριβώς αυτό: θύμηση, τιμή, σεβασμός. Να μοιραζόμαστε ό,τι έζησαν, ό,τι έχασαν, ό,τι δεν κέρδισαν, ό,τι δεν αξιοποιήσαμε από τις δικές τους θυσίες, τους δικούς τους αγώνες, να μην τους ξεχνάμε…

      Να είσαι καλά, Μαρία μου!
      Σ’ ευχαριστώ πολύ και σε φιλώ!🌼

      Μου αρέσει!

  4. Τα πρότυπα μας όμως, δεν θα είναι ποτέ έντιμοι άνθρωποι που πάλεψαν με τις πιθανότητες και διεκδίκησαν όσα μπορούσαν από τη ζωή, θα είναι αυτά που προστάζει η τηλεόραση και θα αφορούν ανθρώπους που θυσίασαν την αξιοπρέπεια τους για μερικά ευρώ και «έγιναν». Κι έτσι συμφέρει, γιατί οι έντιμοι και οι σκεπτόμενοι δεν χειραγωγούνται εύκολα και αυτό θίγει συμφέροντα. Και στην Ελλάδα του σήμερα, το συμφέρον πάνω απ’ όλα.
    Με ενοχλεί που ιστορίες σαν αυτές δεν μας αγγίζουν όπως θα έπρεπε να μας αγγίξουν. Είτε μας φαίνονται «κάτι ρομαντικό, από άλλη εποχή, ήταν αλλιώς τότε», είτε ξυπνά κάτι μέσα μας, αλλά μέχρι εκεί.
    Δυστυχώς, δεν φταίνε μόνο οι πολιτικοί και οι πλούσιοι, που «τρώνε» λεφτά, που μας παίρνουν λεφτά και που κρύβουν λεφτά. Φταίμε κι εμείς οι πολίτες, που με την σιωπή και την απραξία μας, δηλώνουμε συνενοχή.
    Σε ευχαριστούμε για την ιστορία που μοιράστηκες μαζί μας Αναστασία μου και σε ευχαριστούμε που μέσα από την υπέροχη γραφή σου μας προβληματίζεις και μας δίνεις τροφή για σκέψη.
    Καλό μήνα ❤

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Μαρίνα μου,
      Περισσότερο «ενοχλητικό» από το ότι δεν μας αγγίζουν οι ιστορίες αυτές όσο θα ‘πρεπε, είναι το πρώτο που έγραψες: ότι δεν αποτελούν –πλέον– πρότυπά μας, τέτοιοι άνθρωποι.
      Αφενός ο καπιταλισμός και οι «αρχές» του (κυνήγι χρήματος, «καταξίωση», κοινωνικό στάτους) κι αφετέρου ο εκμαυλιστικός ρόλος της τηλεόρασης (που εξυπηρετεί αυτές ακριβώς τις «αρχές»), συνεπικουρούμενος και από τα υπόλοιπα ΜΜΕ, μας έχουν αποπροσανατολίσει και «κοιτάζουμε αλλού, σφυρίζοντας αδιάφορα».
      Η αταραξία μας δε, διαταράσσεται μόνον όταν κάτι απ’ όλα τα δεινά χτυπήσει τη δική μας πόρτα.

      Θα ‘ταν όλα καλύτερα, αν περισσότεροι (κι όχι μόνο νέοι) άνθρωποι σκέφτονταν με τη δική σου ωριμότητα.

      Να είσαι καλά, διπλανούλα μουυ!
      Φιλιά πολλά! 💕

      Μου αρέσει!

  5. Ο επίλογος με τα λόγια του Ρήγα είναι η απάντηση στη σαπίλα.
    Να σημειώσω απλά ότι με τη χαρισματική γραφή σου ανοίγεις παράθυρα φωτεινά στην ιστορία και τις μνήμες αυτού του τόπου.
    Την εκτίμησή μου.

    Αρέσει σε 1 άτομο

  6. Μια ακόμη εξαιρετικά καλογραμμένη ιστορία-μαρτυρία που πονά για την αλήθεια της και όπως λέει και η Γιάννα πιο πάνω, τι καλά που θα ήταν να ήταν 100% φανταστική…
    Τα τελευταία χρόνια που πρέπει ο άνδρας μου και η ίδια να «ζούμε» πια με την πολύ μικρή μας σύνταξη, γνωρίζω από πρώτο χέρι τι σημαίνει να μη βγαίνει ο μήνας… Όμως, αυτό το χρόνιο στρίμωγμα, μου έμαθε πως αν έχεις καταφέρει μέσα σου να έχεις ένα πλούσιο εσωτερικό κόσμο, να είσαι δημιουργικός, να φροντίζεις σωστά την υγεία σου, μπορείς να ζήσεις λιτά, χωρίς να μιζεριάζεις, χωρίς να γκρινιάζεις και προπαντώς χωρίς να χάνεις το χαμόγελο σου! 😀

    Πολλά πολλά ΑΦιλάκια σου στέλνω Αναστασία μου και εύχομαι σε όλους μας, ένα δυναμικό μήνα! 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Στεφανία μου, δεν είναι καθόλου κακό να ζει με λίγα και απαραίτητα ο άνθρωπος, όχι όμως επειδή του το επέβαλαν εκείνοι που του πήραν τα περισσότερα, από τη δική του τσέπη!
      (Μου θυμίζει μια ιστορία που ‘χα διαβάσει παλιότερα… με κάποιον που έκλεψε τις κότες από τους χωρικούς, μετά από μερικές μέρες τους τις πούλησε στο παζάρι κι εν συνεχεία παινευόταν για την εξυπνάδα του, γελώντας εις βάρος των «αφελών»…)

      Φυσικά και είναι σημαντικό να χτίζει κανείς το μέσα του, γιατί αυτό δεν μπορεί κανείς, ποτέ να του το πάρει.

      Εύχομαι κι εγώ να ‘ναι δυναμικός και καλός ο μήνας μας!
      Σ’ ευχαριστώ πολύ, Στεφανία μου!
      Σε φιλώ πολύ!💕

      Μου αρέσει!

  7. Νατάσσα μου,
    έχεις ένα ευλογημένο χάρισμα να μεταφέρεις στο «χαρτί» ακόμα και ιστορικά γεγονότα με έναν τρόπο δικό σου….! τον λούζεις στα συναισθήματα. Τον γεμίζεις δύναμη, αξιοπρέπεια, καθάρια σκέψη και αγωνιστικότητα.
    Σαν προκήρυξη ζωής τούτο σου το σημερινό.
    Ένα πέρασμα χρόνου μπροστά μας, στο νου και στην καρδιά.
    Ο Βιασμός ενός λαού. Με βήματα σταθερά και βρώμικα.
    Και ένα λαός που κομμάτι του εθελοτυφλεί, ξεχνά, ξεπουλιέται και το χειρότερο δίνει το έδαφος στους απόγονους των δοσίλογων και των ρουφιάνων να ξεπλένουν την ιστορία παριστάνοντας τα «νόμιμα δρώντα πολιτικά κόμματα».
    Πάντα την ευγνωμοσύνη μου για την έκφρασή σου.
    Καλό μήνα καλή μου.

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Οι άνθρωποι, Γιάννη μου, φτιάχνουν τις ιστορίες…
      Κι αυτοί είναι που «γράφουν» και την Ιστορία.
      Γι’ αυτό δεν πρέπει να σιωπούμε, για όλα αυτά που έζησαν, για να μη βρίσκουν χώρο και θέση οι παραχαράκτες τηςॱ άκαρπες να παραμείνουν οι προσπάθειές τους.

      Σ’ ευχαριστώ για τα τόσο ενθαρρυντικά λόγια σου.
      Με τιμούν.
      Να είσαι καλά, φίλε μου!

      Μου αρέσει!

  8. Αχ Αναστασία… Τι ιστορία κι αυτή… Δεν έχω λόγια…
    Και δεν μου συμβαίνει πολύ συχνά να μην έχω λόγια…

    Καλό μήνα θα ευχηθώ και θα ανέβω πάλι επάνω να διαβάσω την ιστορία και πάλι από την αρχή!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Παντός καιρού και… ρεύματος, συνήθεια, Αριστέα μου, καταπώς φαίνεται…

      Όσο για τον τότε αντιπρόεδρο, εξακολουθεί να ‘ναι –με τον δικό του, χαρακτηριστικό τρόπο– «στα πράγματα».
      Ο δε υπουργός… προήχθη, συγκυβέρνησε και τώρα, (παρα)μένοντας αλώβητος από τις κατηγορίες που (θα ‘πρεπε να) τον βαραίνουν, μέλλει να επαληθεύσει την ατάκα του Ανδρέα Παπανδρέου: «Ο Βαγγέλης δεν έχει φιλοδοξία να γίνει πρόεδρος του κόμματος, έχει φιλοδοξία να γίνει πρόεδρος οποιουδήποτε κόμματος».

      Καλό μήνα, Αριστέα μου!
      Φιλιά πολλά! 💞

      Μου αρέσει!

  9. Να γράψω τα δικά μου ..Αναστασία μου αλλά τι να γράψω που τα είπες όλα..μπορεί να έχουμε γεννηθεί στο τέλος του πολέμου.. και για την αντίσταση να έχουμε μάθει μόνο από ότι εχουμε διαβασει .αλλα απο εκι και πέρα νομιζα ότι έγραφες την δικη μας ιστορία.. ετσι ακριβως περάσανε και τα δικα μας χρονια…. να μην ζησουν τα παιδια μας την φτωχια την δικη μας ..και τωρα έχει γινει αυτό που φοβόμαστε.. δυστηχώς.. !!
    Γλαφυρότατη η γραφή σου φιλη μου ..ας ευχηθούμε στην νέα γενια να γεννηθουν σωστοι ηγετες..!..
    Να έχεις ενα ομορφο μηνα .. φιλακιααααα…:)<3

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Κοινές θυσίες, κοινές μνήμες, Σμαραγδένια μου, για χιλιάδες ανθρώπους εκείνης και της επόμενης γενιάς…
      Δυστυχώς, δεν αξιοποιήθηκαν με σύνεση αλλά ούτε και σεβασμό από τις νεώτερες…

      Το σύστημα δεν αφήνει κανένα λουλούδι ν’ ανθίσει.

      Φιλιά πολλά, Σμαραγδένια μου!
      Καλό μήνα και σ’ εσένα!❤

      Μου αρέσει!

  10. Γροθιά στο στομάχι η ιστορία σου Νατάσα μου! Μόνο που τα παχύδερμα – γι’ αυτό τα λένε έτσι- έχουν πολλά στρώματα λίπους που τα προστατεύουν από τα χτυπήματα και τον πόνο. Ίσως η μεγαλύτερη τιμωρία γι’ αυτούς να είναι να τους στερήσει κανείς το λίπος, που με τόσο «κόπο και ιδρώτα» απέκτησαν στη διάρκεια της βρώμικης πορείας τους. Καλά λένε πως τα μεγάλα εγκλήματα δεν τα πιάνει ο νόμος…
    Πικρές αλήθειες λέει η ιστορία σου, που όμως πρέπει όχι απλά να λέγονται αλλά και να κραγαυγάζονται!
    Πολλά φιλιά φίλη!!❤
    Μαρίνα

    Αρέσει σε 1 άτομο

  11. Κόλλησα εγώ στην κονκάρδα… Πόσα έχω να θυμηθώ!!! Πόσοι την ξεπούλησαν, σε πόσους αναγνωρίστηκε αντίσταση, ενώ δεν αντιστάθηκαν ούτε σε κουνούπι…. Φούντωσα πάλι!
    Εξαιρετική γραφή και πάλι, επίκαιρο κείμενο (πάλι). ♥

    Αρέσει σε 1 άτομο

Γράψε κι εσύ τα δικά σου...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s