Jour fixe

Το ταξίδι ενός φλιτζανιού | Jour Fixe

—I.—

2014 − Χειμώνας

Έκλεισε το παράθυρο και τράβηξε τις κουρτίνες. Το ψυχρό βοριαδάκι που φυσούσε από το πρωί είχε δυναμώσει κι όσο κι αν αγαπούσε το χάδι του, είχε πια μιαν ηλικία απαγορευτική για κάθε είδους παρασπονδίαॱ ένας μακρύς κατάλογος περιορισμών και απαγορεύσεων είχε αναρτηθεί σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού, ως συναγερμός. Ζωή ήταν αυτή;
Όχι. Ζωή ήταν άλλη. Κι ευτυχώς, πρόλαβε να τρυγήσει κάτι από ‘κείνη, όχι βέβαια με το κουτάλι όπως εκείνοι, μα και το κουταλάκι του γλυκού την έκανε τη δουλειά του.

Εκείνοι, θα έρχονταν σε λίγες ώρες.
Όταν τους τηλεφώνησε για να τους προσκαλέσει, σ’ όλων τη φωνή είχε διακρίνει οπωσδήποτε έκπληξη, υποψία έξαψης αλλά και δυσφορίαॱ συγκεκαλυμμένη μεν, αφού η ευγένεια ήταν έμφυτη στην τάξη τους, μα εύγλωττη.
Σαν να ήταν συνεννοημένοι δε, καθένας χωριστά προέβαλε ως πρόφαση το προκεχωρημένον της ηλικίας σε συνδυασμό με την απόσταση και τη δυσχέρεια των μετακινήσεων.
Φθηνές δικαιολογίες προϊδέαζαν ένα σαθρό άλλοθι για την απουσία τους. Δυστυχώς για τους ίδιους, οι ανοιχτοί λογαριασμοί με το παρελθόν έκαμψαν τις όποιες –και δήθεν– αντιρρήσεις και ενστάσεις τους.
Έτσι μπράβο…
Ήταν προφανές, πως άλλου είδους απόσταση προξένησε τη δυσφορία τουςॱ κατά βάθος, άλλωστε, το ήξερε: η εισβολή στα στεγανά είναι πάντα δυσάρεστη και ουδέποτε ευπρόσδεκτη. Ειδικά στην τάξη τους.

Το τσάι άχνιζε ακόμη, ευτυχώς. Μύρισε το άρωμά του, το γεύτηκε με δύο γουλιές και συνέχισε να διαβάζει από το σημείο που είχε μαρκάρει στο βιβλίο αποβραδίς.

—II.—

1967 − 1969

Οτιδήποτε συνέβαινε στα πέριξ του Κολωνακίου, την άφηνε αδιάφορη. Ακόμη κι αν αυτό που συνέβαινε ήταν η ίδια η ζωήॱ ακόμη κι αν το οξυγόνο λιγόστευε, και μια ολόκληρη κοινωνία βαριανάσαινε καθώς το στερούνταν μέρα με τη μέρα όλο και πιο πολύ.
Ήταν, ασφαλώς, θλιβερό που ο βασιλεύς είχε φερθεί τόσο επιπόλαια, διετάραξε τις σχέσεις του με το καθεστώς και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα —πάντως, οι όποιες ανησυχίες της ήταν έωλες, την είχε καθησυχάσει ο στρατηγός. Όπως την είχε διαβεβαιώσει δε, η ίδια δεν είχε να φοβάται τίποτα, όπως, άλλωστε, και κανείς εθνικόφρων. «Έχομεν κοινόν εχθρόν, τον κομμουνισμόν, αγαπητή μου!», της είχε πει προσμειδιώντας κι αγγίζοντάς την ανεπαίσθητα με την παχουλή, ιδρωμένη του χούφτα.

Η Τίτα είχε αποδεχτεί το γεγονόςॱ είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στο στρατηγό, σύμφωνα με τις πληροφορίες του οποίου «ο βασιλεύς εκινείτο προς την σωστήν κατεύθυνσιν, πλην όμως το στοιχείον τούτον είναι άκρως απόρρητον και εμπιστευτικόν».
Έσβησε τη λάμπα –γνήσια Τίφανις, ένα μοναδικό κομψοτέχνημα από ιριδίζον γυαλί φαβρίλ– κι αφέθηκε στις θωπείες του. Ως εραστής ήταν πληκτικός, ως άντρας καθόλου θελκτικός, όμως εκείνη είχε ανάγκη να την περιβάλλουν άτομα με κύρος και εξουσία. Επιπλέον –και σε αντίθεση με αρκετούς στρατιωτικούς του καθεστώτος– είλκυε την καταγωγή του από παλαιά, εύπορη αθηναϊκή οικογένεια και ήταν –Ω! Του θαύματος!– καλλιεργημένος.
Ωστόσο, εκείνο που η Τίτα θεωρούσε σημαντικότερο όλων ήταν η οικονομική ασφάλεια που της παρείχε η “φιλία” της με τον –γενναιόδωρο– στρατηγό, μια που η ίδια διατελούσε εν διαζεύξει κι είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου τη φροντίδα της δεκαεπτάχρονης, πλέον, κόρης της, καθώς (όπως επεσήμαινε διαρκώς η οικιακή βοηθός) εκείνο−το−ρεμάλι−ο−ακατονόμαστος είχε αφήσει σύζυγο, θυγατέρα κι ένα βουνό χρέη.

♦ ♦ ♦

Το Αντικίνημα της 13ης Δεκεμβρίου του 1967 ήταν το θέμα συζήτησης στη ζουρ−φιξ της 14ης Δεκεμβρίου και αφορμή, όπως φάνηκε από την εξέλιξη, να έρθουν πιο κοντά η Τίτα με τον –ύπανδρο– στρατηγό.
Η αγαπημένη συνήθεια της μικρής τους συντροφιάς –οι θρυλικές ζουρ−φιξ της Τίτας, κάθε Πέμπτη– τηρούνταν απαρέγκλιτα, πλην του θερινού διμήνου Ιουλίου − Αυγούστου και του πρώτου δεκαπενθημέρου του Σεπτεμβρίου.
Συγκεντρώνονταν από νωρίς το απόγευμα, απολαμβάνοντας τις θεσπέσιες γεύσεις τσαγιού που η οικοδέσποινα προμηθευόταν αποκλειστικά από το Φόρτναμ & Μέισον, τουλάχιστον μία φορά το μήνα που επισκεπτόταν το Λονδίνο είτε για τα ψώνια της είτε για να παρακολουθήσει θεατρικές παραστάσεις αλλά και επιδείξεις μόδας είτε για να τα συνδυάσει όλα.

Το πρώτο δίωρο, γύρω από τα φλιτζάνια του μυρωδάτου τσαγιού, την τιμητική του είχε το ξόμπλιασμα. Νέα πιπεράτα και σκαμπρόζικα που κυκλοφορούσαν στον κύκλο τους πριν γίνουν ευρύτερα γνωστά από δαιμόνιους κοσμικογράφους και, οπωσδήποτε, πριν θαφτούν σαν τα μασούρια με τις λίρες και τα κασελάκια με τα διαμαντικά, στα πιο βαθιά συρτάρια της λεγόμενης καλής κοινωνίας.

Οι άνδρες, φυσικά και συμμετείχαν! Ειδικά ο στρατηγός και ο εξηκονταπεντούτης κύριος Φωκίων –μεγάλο όνομα στον εμπορικό και επιχειρηματικό χώρο– έκοβαν και έραβαν!

Η βραδιά κυλούσε σχεδόν πάντα με δείπνο, χαρτάκι, ποτό, ίσως κάποια παρτίδα σκάκι μεταξύ κυρίων. Κάποτε−κάποτε καλούσαν από το Επιτελείο στο τηλέφωνο τον στρατηγό –πάντα ενημέρωνε για το πού θα βρισκόταν– κι εκείνος ζητούσε συγγνώμη από την εκλεκτή ομήγυρη μα, τι να έκανε, αφού τον καλούσε το καθήκον και κυρίως, η πατρίς!
Δύο−τρεις φορές είχε δώσει «το παρών» ο Αντιπρόεδρος αυτοπροσώπωςॱ ο στρατηγός είχε φουσκώσει σαν παγώνι, ενώ η Τίτα μόνο που δεν λιποθύμησε από συγκίνηση!

Οι μόνες που δεν απολάμβαναν αυτές τις βαρετές συνάξεις, ήταν η Πηνελόπη –η κόρη της Τίτας– και η Θεώνη, η επιστήθια φίλη της. Περνούσαν τα απογεύματα μαζί μελετώντας κι ακούγοντας μουσική ενώ μοιράζονταν μυστικά και όνειρα.
Η Τίτα δεν είδε με καλό μάτι τη φιλία ετούτη, καθόσον η Θεώνη προερχόταν από μικροαστική οικογένειαॱ οι γονείς της διατηρούσαν κατάστημα ψιλικών σ’ ένα από τα στενά που σκαρφάλωναν στο Λυκαβηττό. Οι εξαιρετικές επιδόσεις της στα μαθήματα της χάρισαν την πολυπόθητη υποτροφία στο ακριβό γυμνάσιο που φοιτούσε η Πηνελόπη, όμως σχεδόν όλες οι συμμαθήτριές τους την σνόμπαραν.

Για την Τίτα, η εφηβεία της Πηνελόπης περνούσε αδιάφορα. Οι μεταξύ τους συζητήσεις ήταν ελάχιστες. Τα ενδιαφέροντα της μητέρας ήταν ο κύκλος της, τα πολύτιμα αντικείμενά της και ο στρατηγός.
Στο σπιτικό της Θεώνης, πάλι, ενώ υπήρχε περίσσεια αγάπης δεν υπήρχε χρόνος. Ούτε χρήματα. Τσίμα−τσίμα τα έβγαζε πέρα η πολύτεκνη οικογένεια κι επιπλέον, ο ελάχιστος χρόνος αφιερωνόταν στα τέσσερα μικρά.

Μισές και οι δύο, καθεμία για τους λόγους της, ήρθαν κοντά κι αλληλοσυμπληρώθηκαν.

—III.—

1970 − Χειμώνας

Για το αποψινό απόγευμα, σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης με την Τίτα, η Θεώνη –η οποία, εκτός των άλλων, είχε χαρακτηριστεί από τους καθηγητές της εξαιρετικό ταλέντο στο σχέδιο και τη ζωγραφική– είχε φτιάξει με περισσή φροντίδα μια κάρτα με τις αγαπημένες γεύσεις τσαγιού των καλεσμένων και τα αντίστοιχα φλιτζάνια.
Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, παρόλες τις αντιρρήσεις της Τίτας, οι καλεσμένοι της είχαν την ιδιοτροπία να πίνουν το τσάι τους σε “παράταιρα” φλιτζάνια. Mόλο που η οικοδέσποινα είχε –μάταια– κάποιες φορές αποπειραθεί να σερβίρει στις φίνες, λευκές πορσελάνες της, η εμμονή της παρέας για τα συλλεκτικά της Χερέντ έκαμψε τους ενδοιασμούς της και πλέον, κάθε φλιτζάνι γέμιζε γουλιά−γουλιά την ιστορία του.

— «Τι; Α! Όχι. Όχι, χρυσό μου, καταρχάς έχεις χρησιμοποιήσει τελείως αταίριαστους συνδυασμούς. Συν τοις άλλοις, απόψε θα είμαστε πολύ λιγότεροι. Κι επίσης, κανείς δεν πίνει χαμομήλι, αν είναι δυνατόν!»
Η Πηνελόπη που, όλο αγωνία, περίμενε ν’ ακούσει τον έπαινο της μητέρας της για την κάρτα της φίλης της, ένοιωσε αντ’ αυτού την προσβολή να διαπερνά την ίδια και κοκκίνισε μέχρι τις ρίζες των μαλλιών της. Η Θεώνη βούρκωσε μα έκλεισε δυνατά τα μάτια της, μην επιτρέποντας στον εαυτό της να καμφθεί από την αγένεια της Τίτας.

Ενόσω η οικοδέσποινα περιφερόταν άσκοπα, καθοδηγώντας δήθεν την οικιακή βοηθό –η οποία, παρεμπιπτόντως, γνώριζε πολύ καλύτερα από την ίδια τη διαδικασία και τον ακριβή χρόνο της προετοιμασίας, μια που από τα δικά της χέρια περνούσαν όλα– οι δύο κοπέλες γέμισαν ένα πιάτο με τα περίφημα σάντουιτς από σολωμό, κρύο κοτόπουλο, και αγγούρι με τυρί κρέμα και φύλλα μέντας. Η Πηνελόπη έλεγε πως τίποτα δεν συγκρίνεται με την έκφραση της μητέρας της τη στιγμή που τα κορίτσια μπουκώνονταν με τα εδέσματα τα οποία προορίζονταν «για εκλεπτυσμένους ουρανίσκους!»

— «Εξαφανιστείτε! Πηγαίνετε μέσα, τώρα!» ψιθύρισε ημιλιπόθυμη η Τίτα, ενώ εκείνες προσπαθούσαν να μαντέψουν ποιοι θα ήταν οι απόντες εκείνης της Πέμπτης, μια που τα φλιτζάνια είχαν κιόλας τοποθετηθεί στη ροτόντα.

— «Ο στρατηγός θα έρθει σίγουρα, βλέπεις το κίτρινο φλιτζάνι;» μουρμούρισε η Πηνελόπη. «Δεν τον συμπαθώ καθόλου, είναι γλοιώδης και το στόμα του στάζει μέλι για την κυβέρνηση του σιναφιού του…»

Η Θεώνη έβρισκε πολύ εξεζητημένο και μάλλον “πομπώδες” το φλιτζάνι του στρατηγού, μ’ όλες εκείνες τις πεταλούδες και τα λουλούδιαॱ ίσως, πάλι, να ήταν το έντονο κίτρινο –χρώμα που, ούτως ή άλλως, ποτέ δεν της άρεσε.
Την πρώτη φορά που το είχε δει, είχε αφήσει να της ξεφύγει κάτι σαν «Τι κακογουστιά! Τι χοντροκοπιά!» για να εισπράξει από την Τίτα την πιο θυμωμένη απάντησή της. (Βέβαια, τις λίγες φορές που η Τίτα της απηύθηνε το λόγο, το έκανε απαξιωτικά και με κρύα καρδιά.)

— «Είσαι ανόητη, αδαής και βλάσφημη! Δεν με εκπλήσσει η άγνοιά σου, δεν περίμενα να είσαι εις θέσιν να εκτιμήσεις ετούτα τα έργα τέχνης –Πηνελόπη, σε βλέπω!– όμως σε αυτές τις περιπτώσεις, κράτα το στόμα σου κλειστό, κουφιοκέφαλη!
»Το φλιτζάνι που εσύ χαρακτηρίζεις ως “χοντροκοπιά”, είναι μια από τις μοναδικές, χειροποίητες δημιουργίες Χερέντ. Η πορσελανοποιΐα του Χερέντ μετρά σχεδόν 150 χρόνια, μια που ιδρύθηκε στην ομώνυμη πόλη της Ουγγαρίας το 1826 από τον ευφυή Βινς Στινγκλ, ο οποίος ανεγνώρισε στην περιοχή τον ιδανικό τόπο για να πειραματιστεί στην πορσελάνη, στα μυστικά της οποίας είχε εντρυφήσει στη Βιέννη.
»Γιατί, ιδανικός τόπος; Καταρχάς, η άφθονη ξυλεία από τους λόφους Μπακόνι θα του εξασφάλιζε τη διαρκή τροφοδοσία των κλιβάνων. Επειδή δε η παρασκευή του μείγματος της πορσελάνης γίνεται “εν υγρώ”, οι υπάρχοντες νερόμυλοι των υδατορεμάτων θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την άλεση των υλικών, ώστε να γίνουν πολύ λεπτά και ομοιογενή, εν συνεχεία για την ωρίμανσή τους στο νερό μέχρις ότου μεταβληθούν σε πολτό και τέλος, για την υποβολή της πάστας σε πολλαπλές διηθήσεις.
»Επιπλέον, η γη ήταν πλούσια σε ορυκτά και άργιλο, ενώ η περιοχή είχε ήδη παράδοση στη χειροτεχνία και ειδικά στην κεραμοποιΐα και επομένως, έτοιμο εργατικό δυναμικό.
»Δυστυχώς, ο καημένος ο Στινγκλ είχε στερέψει οικονομικά –Πηνελόπη, σε βλέπω!– και του έλειπαν τα απαραίτητα κεφάλαια για την εισαγωγή της πρώτης ύλης που απαιτείτο, προκειμένου να παρασκευάσει τη φίνα πορσελάνη που οραματιζόταν.
»Αρκετοί εύποροι ιδιώτες, καθώς και ο επίσκοπος της Βεσπρέμ στάθηκαν στο πλευρό του, ενισχύοντάς τον οικονομικά, όμως δεν κατόρθωσαν να τον σώσουν από τη χρεωκοπία. Ο σημαντικότερος πιστωτής του, Μόρις Φίσερ, τού πήρε τελικώς το εργοστάσιο κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια, το 1839.
»Από εκεί και μετά ήρθαν ημέρες δόξας, μια που ο Φίσερ ήταν φιλόδοξος μα άλλο τόσο και ικανός και ξεκίνησε την παραγωγή καλλιτεχνικής πορσελάνης αμέσως, κατορθώνοντας, μέσα σε ένα χρόνο να χαίρει της εκτιμήσεως της ουγγρικής αριστοκρατίας και να αποκτήσει την αμέριστη στήριξή της.
»Το 1851, στην Παγκόσμια Έκθεση του Λονδίνου, τα προ­ϊόν­­τα –σε ρυθμό μπαρόκ και αυτοκρατορικό– της Πορσελανοποιΐας του Χερέντ βρήκαν τεράστια απήχηση.
»Σου άφησα το καλύτερο για το τέλος, νεαρά μου. Οι πορσελάνες του Χερέντ με τη χαρακτηριστική διακόσμηση από άνθη του κήπου, αγριολούλουδα και πολύχρωμες πεταλούδες –ακριβώς ό,τι εσύ χαρακτήρισες, επαναλαμβάνω, ως “χοντροκοπιά”– κέρδισαν τις προτιμήσεις και της βασιλίσσης της Αγγλίας, Βικτωρίας. Η Μεγαλειοτάτη –Πη-νε-λό-πη, σε βλέ-πω!– παρήγγειλε από την ουγγρική βιοτεχνία ένα πλήρες σερβίτσιο το οποίο μεταφέρθηκε στο Κάστρο του Ουίνδσορ. Προς τιμήν της, αυτό το μοτίβο πήρε το όνομά της.
»Αμφιβάλλω αν συγκράτησες κάτι απ’ όσα σου είπα, ελπίζω, ωστόσο, να συνειδητοποίησες ότι εφεξής θα πρέπει να δείχνεις τον δέοντα θαυμασμό και σεβασμό στα μοναδικά φλιτζάνια της συλλογής μου και…»

♦ ♦ ♦

— «Γιατί άναψαν το τζάκι; Αφού έχετε κεντρική θέρμανση…» παρατήρησε η Θεώνη. Προτίμησε να συγκαλύψει με προσποιητή αμεριμνησία τα συναισθήματα ντροπής και ταπείνωσης που ανέσυρε η βουτιά του μυαλού της στο παρελθόν κι έμοιαζε να μην έχει ακούσει τη φίλη της.
Κοιτούσε εκστατική τις φλόγες να χορεύουν ακανόνιστα και να σκορπούν μιαν υπνωτική θαλπωρή.

— «Φιγούρες της μαμάς, κάνεις δα λες και δεν την ξέρεις… Έλα, άσε με τώρα, θα μας πάρει είδηση και θα μας ξαποστείλει, αυτή τη φορά για τα καλά. Κάτσε να δω αν θα έρθει ο…»

«Ο…» ήταν ο Φαίδων. Ο νεώτερος σε ηλικία της συντροφιάς των ζουρ−φιξ της του κύκλου της Τίτας. (Κάθε δεύτερη Δευτέρα μαζεύονταν στης Ερασμίας, κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα στων Φιλώτα, και μία φορά το τρίμηνο –συνήθως Τετάρτη– στων Σεργίου.)

Τα δύο τελευταία χρόνια, ο Φαίδων ήταν πάντα και παντού παρών. Το “απόκτημα” της Μέλας. Ουδείς γνώριζε πούθε κρατούσε η σκούφια του, μα όταν κάποιος είναι τόσο νέος, τόσο ευγενικός και κυρίως, τόσο όμορφος όσο ο Φαίδων, η όποια διάθεση για ανασκάλεμα της ρίζας και της φύτρας περνά σε δεύτερη μοίρα.
Μία και μοναδική φορά ετέθη θέμα, από τον στρατηγό, και μάλιστα με άκομψο τρόπο.

Ήταν στο χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν της Έλσας, στην εκπνοή του 1968. Θα ήταν η τρίτη ή τέταρτη εμφάνιση που έκανε η Μέλα –το αντίπαλον δέος της Τίτας σε παρουσιαστικό και φινέτσα– με τον νεαρό σύντροφό της.
Στην αρχή με τρόπο και εν συνεχεία, εντελώς απροκάλυπτα, οι καλεσμένοι δεν έλεγαν να τραβήξουν τα μάτια τους από το νεόκοπο ζευγάρι. Χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, τα σχόλια έδιναν κι έπαιρναν. Εικασίες για την ηλικία του νεαρού, την καταγωγή του, την κοινωνική του θέση, τις διαθέσεις του απέναντι στη Μέλαॱ δηλητήριο σε μικρές ή μεγαλύτερες δόσεις.
Την ευτυχισμένη Μέλα γρήγορα περιτριγύρισαν οι “φίλες” της και, σε απόσταση ασφαλείας, οι σύζυγοί τους αλλά και αρκετοί “ελεύθεροι σκοπευτές”.

Ο στρατηγός πλησίασε αθόρυβα τον νεαρό Φαίδωνα, ο οποίος αφενός έμοιαζε σαν ψάρι έξω από τα νερά του κι αφετέρου έδειχνε να απολαμβάνει την εξαιρετικά άρτια εκτέλεση του Liebestraum No.3 από τον πιανίστα που είχε κληθεί για τη μουσική κάλυψη του ρεβεγιόν.

Συστήθηκε βιαστικά, κοιτώντας βλοσυρά το νεαρό άντρα και πριν εκείνος προλάβει να ανταποδώσει το χαιρετισμό…

— «Είσθε κομμουνιστής; Το παρουσιαστικόν σας μού είναι δυσάρεστα οικείο, δυστυχώς όμως δεν ενθυμούμαι επακριβώς τον λόγον.»

— «Φαίδων Φωτίου. Εξ Αλεξανδρείας. Δεν σας γνωρίζω, αγαπητέ.»

Ο στρατηγός έσμιξε τα φρύδια, μισόκλεισε τα μάτια και συνέχισε να τον παρατηρεί. Οι πλησιέστεροι είχαν σταματήσει να συνομιλούν κι είχαν στρέψει την προσοχή τους στους δύο άντρες.

— «Αντιλαμβάνομαι ότι επιθυμείτε να συνεχίσουμε τη συζήτηση που ανοίξατε μα με περιμένει η συντροφιά μου. Εύχομαι να περάσετε υπέροχα το υπόλοιπο της βραδιάς… στρατηγέ μου

♦ ♦ ♦

— «Όχι; Ήμουν σίγουρη ότι σου το είχα ξαναπεί! Η μαμά κόντεψε να σκάσει! Επειδή ήταν πολύ επιλεκτική στη ζουρ−φιξ της, φοβόταν ότι, με την τροπή που πήραν τα πράγματα, η παρέα θα παρουσίαζε διαρροές ή και απώλειες.
»Δεν πίστεψα ποτέ ότι συμπαθεί ιδιαίτερα τη Μέλα κι έχω την εντύπωση ότι είναι κρυφοερωτευμένη με το Φαίδωνα! Pauvre maman, δυστυχώς σ’ εσένα έλαχε ο κατιμάς, ο στρατηγός!…»

— «Τέλος καλό, όλα καλά, όμως.»

— «Ναι, ευτυχώς. Ο στρατηγός έσπευσε να ζητήσει πληροφορίες για τον Φαίδωνα από κάποιους… εξ Αλεξανδρείας φίλους του. Δεν γνώριζαν την οικογένεια, μόνον ένας είπε πως είχε ακούσει κατά τύχην το όνομα Φωτίου –«ήσυχοι άνθρωποι, απλοί»– κάτι το οποίο μαρτυρά πως ο όμορφος δεν προέρχεται από τζάκι αλλά και δεν έχει σχέση με ταραχοποιά στοιχεία. Επειδή, όμως, ο αγαπητικός της μαμάς είναι γνωστός κομμουνιστοφάγος –το καυχάται, άλλωστε– θαρρώ πως βλέπει παντού “εχθρούς” και όταν δεν τους βρίσκει, μάλλον προσπαθεί να τους δημιουργήσει! Διαστροφή!
»Ιιι! Θα έρθει! Το φλιτζάνι του… δίπλα στου στρατηγού!»

Η Θεώνη κοίταξε αινιγματικά τη φίλη της η οποία της ανταπέδωσε το βλέμμα. Δυο χρόνια σχεδόν, δεν είχε πάψει να της μιλά για τον Φαίδωνα. Έμοιαζε παράταιρος στη συντροφιά των ζουρ−φιξ, όχι τόσο επειδή ήταν πολύ νεώτερος από όλους μα επειδή ήταν πολύ σοβαρός, πολύ ντροπαλός, πολύ σεμνός, πολύ αθόρυβος. Όλως παραδόξως δε, φαινόταν να έχει κερδίσει τη συμπάθεια του στρατηγού, ο οποίος του είχε επανειλημμένως ζητήσει συγγνώμη για την ασεβή συμπεριφορά του τα Χριστούγεννα του ′68.
Η Πηνελόπη δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του όταν εκείνος έπινε γουλιά γουλιά το αγαπημένο του τσάι με πορτοκάλι και κανέλαॱ πολύ περισσότερο επειδή κάθε τόσο η ματιά του έπεφτε στο πρόσωπό της και το χάιδευε, θαρρείς.
Η Θεώνη ένοιωθε ότι θα ήταν ανεπίτρεπτο να της χαλάσει την ψευδαίσθηση –διότι περί αυτού επρόκειτο.
Όσο κι αν τα δυο κορίτσια έβρισκαν ανούσια τα κουτσομπολιά, εύχονταν να μην τελειώσει η ώρα του τσαγιού γιατί αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να αποσυρθούν –αν δεν το είχαν ήδη κάνει.
Εκείνες, πάντως, έβρισκαν πολύ συχνά ευκαιρίες να εμφανίζονται σαν τους κομήτες και να αναστατώνουν –κατά την Τίτα– την ενήλικη συντροφιά.

♦ ♦ ♦

Δεν ήταν καν επτά η ώρα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Από το Επιτελείο, ζητούσαν τον στρατηγό. Πρώτη φορά βλαστήμησε, όχι για άλλο λόγο μα η βροχή που έπεφτε από νωρίς ήταν τώρα καταρρακτώδης. Του ήταν δυσάρεστο να αφήσει τη θαλπωρή του τζακιού, να απαρνηθεί το δείπνο που προετοιμαζόταν και μοσχομύριζε, και να κλείσει τη βραδιά αυτή πολύ μετά τα μεσάνυχτα, πολύ μακριά από την αγκαλιά της Τίτας…
Ο Φαίδωνας του χαμογέλασε με συμπάθεια μα ο στρατηγός δεν πρόλαβε να τον δει. Η διακοπή ρεύματος βύθισε στο σκοτάδι το αρχοντικό της Μελεάγρου.

Η Αλκμήνη, η οικιακή βοηθός, έτρεξε βιαστικά στο δωμάτιο υπηρεσίας να φέρει τα σπαρματσέτα.
Ο στρατηγός κοντοστάθηκε και ξανακάθισε όπως−όπως, και μάλλον άγαρμπα, στην πολυθρόνα του, υπακούοντας στις προτροπές της συντροφιάς ν’ αποτελειώσει το τσάι του, περιμένοντας παράλληλα λίγην ώρα, μήπως και κοπάσει η θεομηνία.

Με μοναδικό φως τις φλόγες του τζακιού και τις, σαν πυγολαμπίδες, φωτίτσες των κεριών, η Πηνελόπη είδε τα μάτια του Φαίδωνα πιο μαύρα μα και πιο λαμπερά από ποτέ.

Ο στρατηγός ένοιωθε έντονη δυσφορία κι η διάθεσή του είχε πέσει στο ναδίρ. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με το Επιτελείο, να ενημερώσει ότι θα αργούσε λίγο, εξαιτίας της κακοκαιρίας, όμως και το τηλέφωνο είχε βλάβη. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να φύγει.

— «Ειλικρινά λυπάμαι, μα πρέπει να σας αφήσω. Ποιος θα ‘θελε να βρεθεί στο δρόμο ειδικά μια τέτοια βραδιά, αφήνοντας, μάλιστα, μια τόσο όμορφη…» σφίχτηκε κι ένοιωσε τον ιδρώτα παγωμένο να ξεχειλίζει από τους πόρους του «…μια τόσο όμορφη συντροφιά… Όμως, το καθήκον… και η πατρίς… με καλούν…»

Εκμεταλλεύτηκε το σκοτάδι που επικρατούσε στο προχώλ και φίλησε την Τίτα όπως στις πολύ ιδιαίτερες στιγμές τους.

Κατέβηκε με το ζόρι τις σκάλες, έκανε δυο βήματα στο πουθενά και σωριάστηκε στο πλακόστρωτο.

Η σκιά γλιστρούσε χορεύοντας ανάμεσα στις ριπές του δυνατού βοριά και της βροχήςॱ πέρασε απέναντι και χάθηκε προς τον Άγιο Σπυρίδωνα.

Στο σκοτάδι χαμηλώνουν οι φωνές, γίνονται ψίθυροι. Έτσι, ο ήχος της καμπάνας του Αγίου Νικολάου που σήμανε οκτώ, διαπέρασε –διακριτικά, έστω– τα κλειστά παράθυρα και χώθηκε ανάμεσα στις σιγηλές στιχομυθίες.

— «Τώρα! Δώσε μου το χέρι σου, τώρα!»

—IV.—

2014 − Χειμώνας

— «…Κι έκτοτε δεν σας ξαναείδαμε ποτέ!… Αναρωτιόμασταν αν είχατε φύγει μαζί ή καθένας χωριστά. Αν το είχατε προσχεδιάσει ή αν ήταν σύμπτωση… Γεγονός είναι πως, τόσο εσύ όσο και η Θεώνη, εξαφανιστήκατε από προσώπου γης!
»Θα μας λύσεις, λοιπόν, απόψε την απορία, Φαίδωνα;»

Η Πηνελόπη κρατούσε το χέρι της μητέρας της και τον κοιτούσε πικραμένη. Εκείνη την τρομερή –όπως αποδείχτηκε– βραδιά, σαράντα τέσσερα χρόνια πριν, είχε βιώσει τη μεγαλύτερη προδοσία της ζωής της. Ο άνθρωπος για τον οποίον έτρεφε βαθύτατα συναισθήματα είχε φύγει σαν τον κλέφτη, εκμεταλλευόμενος τη διακοπή ρεύματος –που δεν ήταν διακοπή ρεύματος. Εντελώς τυχαία η Αλκμήνη είδε τον κατεβασμένο γενικό, μα ήταν πλέον πολύ αργά— και το ίδιο είχε κάνει κι η αγαπημένη της φίλη, το μόνο άτομο που εμπιστευόταν και για το οποίο θα έβαζε το χέρι της στη φωτιά.

Μεγάλο το πλήγμα και για τη Μέλα –είδαν κι έπαθαν να τη συνεφέρουν– μα και για την Τίτα που, λίγες ώρες αργότερα, πληροφορήθηκε το θάνατο του στρατηγού, από ανακοπή.

Οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές. Δίχως την ενίσχυση του στρατηγού, η Τίτα περιέπεσε σε εξαιρετικά δυσχερή οικονομική κατάσταση. Αναγκάστηκε να πουλήσει τα πολύτιμα αντικείμενα και τα κοσμήματά της πολύ χαμηλότερα απ’ όσο υπολόγιζε.
Ευτυχώς, το καλό τους όνομα εξασφάλισε στην Πηνελόπη θέση δασκάλας σε γνωστό, ιδιωτικό σχολείο κι έτσι κατόρθωσαν να νοικιάσουν “ένα αξιοπρεπές διαμέρισμα” στη Ναυαρίνου. Αυτό όμως συνέβη αρκετά αργότερα, αφότου η Πηνελόπη ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη Μαράσλειο κι ενώ στο μεταξύ ζούσαν στο σχεδόν άδειο, πλέον, νεοκλασσικό της Μελεάγρου, το οποίο, τελικά, περιήλθε στην τράπεζα.

Η Τίτα κοιτούσε το Φαίδωνα με θαμπό βλέμμα. Η ογδοντατριάχρονη, μαυροντυμένη γυναίκα, μπροστά του, είχε τα λευκά μαλλιά της πιασμένα σε σφιχτό, αυστηρό κότσο στη βάση του αυχένα τηςॱ το δέρμα της ήταν βαθιά σκαμμένο και τσακισμένο από το χρόνο μα και από τη θλίψη για τις απώλειές της που είχαν αναποδογυρίσει τη ζωή της σαν βαρκούλα σε φουρτουνιασμένο πέλαγος.

— «Ήξερα πως κάποτε θα έφευγες», μίλησε η Μέλα με τη ματιά της καρφωμένη βαθιά στη δικιά του, «μα δεν το περίμενα έτσιॱ τόσο άνανδρα, τόσο άξαφνα, τόσο… απροειδοποίητα!»
Στα ογδόντα πέντε της, έμοιαζε σχεδόν συνομήλική του –κι ας τον περνούσε δώδεκα χρόνιαॱ τα πανέμορφα μάτια της εξακολουθούσαν να σπιθίζουν, να απαιτούν.

— «Εκείνα τα χρόνια περιέκλειαν, σχεδόν σε ίσα μέρη, αλήθειες, μυστικά και ψέματαॱ ήταν επιβεβλημένο, θα έλεγα. Τώρα πια, κοντά μισόν αιώνα μετά, κανείς μας δεν κινδυνεύει από την παραδοχή της αλήθειας, από την ομολογία ενός ψέματος ή από την αποκάλυψη ενός μυστικού.
»Λοιπόν, ο στρατηγός είχε δίκιο όταν είπε πως το παρουσιαστικό μου τού ήταν δυσάρεστα οικείο. Ασφαλώς, δεν ήταν δυνατόν να είμαι ο ίδιος… αλλά η ομοιότητα με τον πατέρα μου, ήταν χαρακτηριστική!
»Το κακό για το στρατηγό ήταν πως εγώ ήξερα ενώ εκείνος πάσχιζε να θυμηθεί.
»Ήξερα πως συμμετείχε στην “Επιχείρηση Πυρσός”1, που πραγματοποιήθηκε σε τρεις φάσεις, για την εκκαθάριση του Γράμμου από τους αντάρτες… Ο πατέρας μου ήταν αντάρτης και, όπως έμαθα εκ των υστέρων, προσωπικός εφιάλτης τού –μετέπειτα– στρατηγού.
»Στο τότε νεανικό και φρέσκο δικό μου πρόσωπο, διέκρινε το βλέμμα εκείνουॱ όμως, κάτι τα χρόνια που ‘χαν φύγει, κάτι που εγώ δεν είχα, ακόμη, περάσει κακουχίες για να μου στέφουν τα μάτια και κάτι η ανύπαρκτη, σ’ εμένα, γενειάδα, μάλλον του προκάλεσαν σύγχυση.
»Να πω εδώ ότι, ως –ήδη– μέλος αντιδικτατορικής οργάνωσης, χρησιμοποιούσα ψευδώνυμοॱ αυτό, με το οποίο με γνωρίσατε και με το οποίο σας είχα συστηθεί.»

— «Δε… δεν σε λένε Φαίδωνα;» ρώτησε παραδομένη, δίχως, τώρα, να τον κοιτάζει και με φωνή σβησμένη, η Πηνελόπη. «Ούτε καν τ’ όνομά σου, δεν ήξερα, τελικά…»

— «Όπως κανείς μας… Καμιά μας…» συμπλήρωσε, ψιθυρίζοντας σχεδόν, η Μέλα.

— «Σωστά. Όμως, δεν σας κάλεσα για να σας αποκαλύψω την ταυτότητά μου. Συνεχίζω, λοιπόν…
»Ο στρατηγός, πιάστηκε από το μόνο γνωστό στοιχείο που είχε –αυτό, το ψεύτικο όνομα, δηλαδή– κι έβαλε λυτούς και δεμένους να με ψάξουν.
»Ειλικρινά εξεπλάγην μαθαίνοντας ότι όντως υπήρχε κάποιος –άγνωστός μου και άσχετος, βεβαίως– Φωτίου εξ Αλεξανδρείας που, εν αγνοία του, έγινε το άλλοθί μου, το εισιτήριό μου στον… άσπιλο κόσμο σας.
»Έτσι, καθησυχασμένος και ανακουφισμένος, ο στρατηγός με προσέγγισε φιλικά, πλέον, κι εγώ συνέχισα ανενόχλητος να παίζω το ρόλο για τον οποίο ήμουν εξαρχής προορισμένος από την οργάνωσή μου: να παίρνω πληροφορίες για τις κινήσεις σας και να τις αναφέρω λεπτομερώς, ώστε να προγραμματίζονται κάποιες ενέργειες και δράσεις κατά της χούντας.
»Εκείνες τις μέρες, λίγο πριν τη ζουρ−φιξ στην οποία βρεθήκαμε για τελευταία φορά, είχαμε πληροφορίες ότι μάλλον είχαν ανακαλύψει ποιος πραγματικά ήμουν και πως υπολείπονταν κάποια ελάχιστα στοιχεία για την τελική επιβεβαίωση. Θα ενημερωνόταν δε προσωπικά, επ’αυτού, ο στρατηγός.»

— «Έτσι, αποφασίσαμε να αναλάβουμε δράση επιταχύνοντας, ας πούμε, τις διαδικασίες.»

Ο «Φαίδωνας» χαμογέλασε κι η ματιά του αγκάλιασε με τρυφερότητα τη γυναίκα που είχε εμφανιστεί, θα έλεγε κανείς, από το πουθενά!

— «Θεώνη;»

Συνέβησαν, τότε, πολλά πράγματα μαζί. Η Μέλα, με δύναμη απρόσμενη για την ηλικία της, σηκώθηκε και χαστούκισε τη Θεώνη. Η Πηνελόπη έχασε τις αισθήσεις της. Η Τίτα προσπάθησε να τη συνεφέρει, βρέχοντας όπως−όπως τα χείλη της με νερό.

Ώρα μετά, αφού επήλθε νηνεμία κι αφού η Πηνελόπη συνήλθε, οι δύο “παλιές φίλες” κοιτάχτηκαν.

— «Γιατί; Αφού ήμουν μαζί σας… Το είχες καταλάβει… Μισούσα το καθεστώς όσο κι εσείς. Προς τι, λοιπόν, τόση υποκρισία; Όλο αυτό το θέατρο;»

— «Για το καλό σου. Για την ασφάλειά σου. Επειδή δεν είχες τους λόγους και τα κίνητρα που είχαμε εμείς για να τους παλέψουμε. Κατ’ επέκτασιν, λοιπόν, και για τη δική μας ασφάλεια, για τον αγώνα μας. Όμως, μην αποπροσανατολίζεις τη συζήτηση. Η ώρα είναι περασμένη κι έχουμε να σας πούμε κι άλλα…
»Ήταν ζήτημα ωρών ή ημερών να επιβεβαιωθεί η ταυτότητα τού “Φαίδωνα” —ευτυχώς που τα μέσα και η τεχνολογία βρίσκονταν σε βρεφικό στάδιο! Το δήθεν τηλεφώνημα από το Επιτελείο, λοιπόν, έγινε από έναν “δικό μας”.
»Όλες οι συνθήκες ήταν υπέρ μας. Ο καιρός, η βλάβη στο τηλέφωνο…»

— «Για το ρεύμα, ωστόσο, είχε μεριμνήσει η Θεώνη, αφήνοντας σε ανύποπτη στιγμή ελάχιστα ανοικτή την πόρτα. Η Αλκμήνη είχε φούριες και βρισκόταν διαρκώς πολύ μακριά από την είσοδο. Δεν ήταν δύσκολο για τον άνθρωπό μας να μπει, να κατεβάσει το γενικό και, μέσα στην αναμπουμπούλα να φύγει σαν κύριος.»

— «Φύγαμε λίγα λεπτά μετά την αναχώρηση του στρατηγού.»

— «Με πρωτοβουλία αλλά και βοήθεια από την οργάνωση, φύγαμε στο εξωτερικό, απ’ όπου συνεχίσαμε τον αγώνα μας.»

— «Τον καιρό της ειρήνης, ασχολήθηκα ολοκληρωτικά με τη ζωγραφική. Κάνω συχνά εκθέσεις —τώρα, βέβαια, λόγω ηλικίας, σπανιότερα— και έρχομαι σε επαφή με δεκάδες ανθρώπους της τέχνης.» Η Θεώνη πήρε βαθιά ανάσα, μοιάζοντας να έχει φτάσει στον πυρήνα τής, από κοινού με τον Φαίδωνα, εξομολόγησής της.

— «Σε μια από τις επισκέψεις μου σε γνωστό οίκο δημοπρασιών, Τίτα… τι λες ότι βρήκα;»

Η Τίτα είχε και πάλι βυθιστεί σε μελαγχολία, έχοντας πλέον να διαχειριστεί και τον πόνο της Πηνελόπης.

— «Τα φλιτζάνια σου! Τα Χερέντ σου! Τη συλλογή σου που είχες πουλήσει κοψοχρονιά, προκειμένου να εξασφαλίσεις λίγες ακόμη ημέρες ευζωίας…
»Η πτώσις σου ήτο βεβαία, Τίτα. Τέτοια κακοδιαχείριση από πλευράς σου και δίχως το στρατηγό, ήταν κάτι παραπάνω από σίγουρο πως θα καταστρεφόσουν… Τέλος πάντων, δεν είναι δουλειά μου να σε κρίνω, ούτε και ο χρόνος να το συζητήσουμε. Παρενθετικά, και προς πληροφόρησή σου, ο δημοπράτης με ενημέρωσε αναλυτικά για το πώς έφτασε από την Ελλάδα στα χέρια του η περίφημη αυτή συλλογή.
»Πλούσιοι, πραγματικά πλούσιοι, δεν γίναμε ποτέ. Όμως μού ήταν αδύνατον να αντισταθώ στην ομορφιά της συλλογής σου που, πια, σαν άνθρωπος της τέχνης κι εγώ, την έβλεπα με άλλο μάτι.
»Για να μη σε κουράζω άλλο…»

Η Θεώνη βγήκε για λίγο από το σαλόνι κι επέστρεψε κρατώντας κάτι βαρύ και ογκώδες.

Άνοιξε την πολυτελή θήκη μπροστά στην Τίτα, της οποίας τα μάτια έτρεχαν καθώς χάιδευε ένα ένα τα φλιτζάνια.
Πήρε το κίτρινο, του στρατηγού, και το έκλεισε τρυφερά στις παλάμες της, σαν μωρό… Έκλαιγε και χαμογελούσε.

— «Είναι δικά σου», της είπε η Θεώνη.

Επίλογος

Όταν έφυγαν οι καλεσμένες τους, το χιόνι είχε αρχίσει να πέφτει απαλά και τώρα, λίγες ώρες μετά, ο κήπος ήταν καλυμμένος από ένα μαλακό, κάτασπρο χαλίॱ η νύχτα τους ήταν λευκή μα ανάλαφρη. Παραδίδοντας τη συλλογή στην Τίτα, είχαν κλείσει τις τελευταίες τους εκκρεμότητες με το μακρινό παρελθόν.

Το ότι ο “Φαίδωνας”, εκμεταλλευόμενος το σκοτάδι, είχε στάξει ακόνιτο2«Για ‘σένα, πατέρα!»– στο φλιτζάνι του στρατηγού κλείνοντας, εκείνο το βράδυ του ′70, τη δική του, προσωπική εκκρεμότητα, ήταν κάτι που ούτε η Θεώνη θα μάθαινε ποτέ.

Ήταν το μυστικό που θα ‘παιρνε μαζί του, φεύγοντας από τον κόσμο.

Ήταν το μυστικό που, ήδη, το ‘χε πάρει το φλιτζάνι…


1 Επιχείρηση Πυρσός: Αναφορά στο Σχέδιο Πυρσός (Επιχείρηση σε τρεις φάσεις, του κυβερνητικού στρατού, εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού, στην τελευταία φάση του Εμφυλίου Πολέμου)
Πυρσός Α’ : 2 έως 8 Αυγούστου 1949, Γράμμος
Πυρσός Β’ : 10 έως 16 Αυγούστου 1949, Βίτσι
Πυρσός Γ’ : 24 έως 30 Αυγούστου 1949, Γράμμος

2 Ακόνιτο: δηλητηριώδες φυτό. Με ιατρική οδηγία χρησιμοποιείται για θεραπευτικούς σκοπούς. Περιέχει ακονιτίνη, 3−6mg της οποίας, αποτελούν θανατηφόρο δόση.
CREDITS
Cover picture: «Two is company» | Artwork by © Santie Cronje

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, είναι εντελώς συμπτωματική.


ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Ημερομηνία πρώτης δημοσίευσης: 28 Οκτωβρίου 2015 στο παλιό ιστολόγιό μου Roula the Cat • C’est la vie!

Συμμετοχή στο δρώμενο: Το ταξίδι ενός φλιτζανιού
[…] ζητώ τη συμμετοχή σας σήμερα εδώ σε ένα φωτογραφικό…όργιο από αμέτρητα Φλιτζάνια! Με ανάλογες αναρτήσεις στα blog σας φυσικά! Με γενικό τίτλο: “Το ταξίδι ενός Φλιτζανιού”.
Μέχρι κι η Μουσική θα ‘χει συμμετοχή! […]

— Στα… λημέρια της Πέτρας | Ιστολόγιο: Οι σκέψεις μου κάνουν Θόρυβο

Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

[Κάνε κλικ σε μια από τις εικόνες για να τη δεις σε μεγέθυνση
και να διαβάσεις τις λεζάντες].

14 σκέψεις σχετικά με το “Jour fixe

  1. Τόσο όμορφα γραμμένη η ιστορία σου Αναστασία μου. Σε κρατούσε συνεχώς σε ενδιαφέρον.

    Με ενόχλησε η προδοσία από την μια φίλη στην άλλη. Γιατί αυτό το «τους φίλους τους διαλέγεις» για εμένα είναι σχεδόν ιερό. Και στεναχωριέμαι όταν προδίδονται καρδιές, στιγμές.
    Στεναχωρήθηκα που ακόμα και σε μια σχέση που πέρασε τόσα και στοίχισε τόσα, υπήρχε ακόμα ένα τόσο σκοτεινό μυστικό που ίσως και να παρέμενε για πάντα μυστικό, μα η σκιά του θα ήταν πάντα εκεί.
    Με ξάφνιασε η ανωτερότητα της Θεώνης κι η κίνηση της με τα φλιτζάνια. Που μέσα μου βέβαια δεν είμαι σίγουρη ότι δεν ήταν μια μικρή «εκδίκηση», μια υπενθύμιση των ίσων είχε και έχασε η Τίτα, μα ίσως να το εκλαμβάνω και λάθος!

    Είμαι βέβαιη πως αλλού έπρεπε να σταθώ, μα ποτέ δεν ήμουν «κλασσικός» αναγνώστης, πάντα στεκόμουν σε αυτά που εμένα κέντριζαν.

    Να ΄σαι καλά Αναστασία μου που μας υπενθύμισες, μια ακόμα δυνατή ιστορία σου.
    Εύχομαι να πέρασες όμορφα τα Χριστούγεννα.
    Σε φιλώ 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Πίνοντας φασκόμηλο με μέλι λόγω κρύου ( δεν μου αρέσει το τσάι!) Αναστασία μου, απόλαυσα την ως συνήθως εξαιρετικά καλογραμμένη ιστορία σου που λόγω (δεξιότατων) οικογενειακών καταβολών δεν με ξένισε καθόλου!!! 😛
    Μπορεί να μη πίνω τσάι ή και καφέ, αλλά έχω μια μικρή συλλογή από συλλεκτικά φλιτζάνια τσαγιού που η Γαλλίδα maman, μου χάριζε κατ’ εποχές (απ΄ τη δική της συλλογή) που φυσικά σκονίζονται μαζί με άλλα (αξίας) αντικείμενα, σε ντουλάπια! 😉
    Αλλά, συνοδεία εκλεκτής μουσικής, έμαθα (κάτι που αλλιώς θα αγνοούσα την υπόλοιπη ζωή μου), για τα φλιτζάνια τσαγιού… και ως μαύρο ( ή κόκκινο!) πρόβατο και επί χούντας, κρατώ ακόμα τη γεύση, του κρυφού και του «πέρα βρέχει» που επιμελώς εξακολουθώ και διατηρώ με την οικογένεια μου! 😉
    Όσο για τις «φιλίες», η Γαλλίδα maman, είχε φροντίσει να μπαινοβγαίνουν μόνο οι Γαλλίδες φίλες της, έτσι ο Πολίτης πατέρας μου, αναγκαστικά ακολουθούσε, διατηρώντας τις πολιτικές του πεποιθήσεις (ευτυχώς) μόνο για τον εαυτό του! 😀

    Πολλά πολλά ΑΦιλάκια σου στέλνω και ένα τεράστιο ευχαριστώ για το γιορτινό «jour fixe» δώρο σου! 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

  3. Ωωωω εδώ έχουμε διάβασμα….! και μάλιστα εδώ απαιτείται ιδιαίτερη προσήλωση και αυτοσυγκέντρωση για να μπούμε στα άδυτά του και να το σεβαστούμε καθώς του πρέπει.
    Αναστασία μου, χρόνια πολλά, θα το διαβάσω με την ηρεμία μου και θα επανέλθω.
    Τις ευχές μου.

    Αρέσει σε 1 άτομο

  4. Ξέρεις Νατάσα μου, το θεωρώ άθλο να γράψεις ένα ιστορικό διήγημα, αν δεν έχεις βιώσει την εποχή αυτή, δίνοντας μάλιστα τόσες λεπτομέρειες για τις συνήθειες, το διάκοσμο και τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν τότε. Και το κατάφερες επάξια. Τολμώ να πω ότι μου θύμισες τα βιβλία της Διδούς Σωτηρίου.
    Είναι απίστευτα ατμοσφαιρικό το διήγημά σου, με φόντο τα πανάκριβα φλιτζάνια και τη διαδρομή τους στην οικογένεια αυτή. Συγχαρητήρια να πω; Μοιάζει κοινότοπο. Τη χαρά και την απέραντη εκτίμησή μου για τη δουλειά σου!
    Και τις εγκάρδιες ευχές μου για τις γιορτινές μέρες που διανύουμε.
    Χρόνια σου πολλά, με όλες σου τις επιδιώξεις να εκπληρώνονται!

    Αρέσει σε 1 άτομο

  5. Σου έχω ξαναπεί πόσο θαυμάζω τον τρόπο γραφής σου. Το διάβασα μονορούφι , με απορρόφησε τόσο πολύ που ξεχάστηκα και άρχισα να το διαβάζω φωναχτά,… Υπέροχο και θέλουμε κι άλλο…Αυτά τα φλυτζανάκια, τα ζήλεψα. ‘Εχω και γω μια λόξα με τις πορσελάνες και τα λουλουδάτα σερβίτσια.. Έχω απο τώρα προλάβει της μαμας μου τα σερβίτσια να μου τα δώσει όταν παντρευτώ… Πολύ απλά το λάτρεψα… Φιλιά…

    Αρέσει σε 1 άτομο

  6. Νομίζω πως τη θυμάμαι συτή την ιστορία σου… όπως και να ‘ναι τη (ξανα)διάβαδα μονορούφι, χώθηκα σε μια άλλη εποχή και ταξίδεψα όπως μου αρέσει να ταξιδεύω με ένα βιβλίο!
    Υπέροχη γραφή, εκπληκτικό δέσιμο γεγονότων και προσώπων!
    Αφήνω τα !!!!!!!!!!!!!! μου! ❤😘❄

    Αρέσει σε 1 άτομο

  7. Διαμαρτύρομαι! Φάουλ! Μα πώς γίνεται πρώτα να γράφουμε μία έξοχη φλιτζανοϊστορία και μετά να παρακινούμε τους άλλους να γράψουν κι αυτοί! Είναι σα να πίνουμε σε χειροποίητα Χερέντ και μετά να ψάχνουμε στα ντουλάπια μας να συμπληρώσουμε το σερβίτσιο με δικά μας.. Αχ, αχ, καθόλου δε μας καταλαβαίνουν οι συγγραφείς!

    Θέλω να πω πως μ’άρεσε το μίνι-φλιτζανοαστυνομικό που, εκτός των άλλων και πλαγίως φλερτάρει με την εορταστική ατμόσφαιρα των ημερών. Θα μου πείτε φόνοι, μυστικά και ψέματα, πού το είδα να ταιριάζει με τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια; Ε, κι όμως!

    Λοιπόν, ας σηκώσουμε με ελαφρά κίνηση το καυτό φλιτζανάκι στα δισταχτικά χείλη και ας ευχηθούμε με ένα νεύμα για τη χρονιά που έρχεται. Καλές ζουρ φιξ! 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

  8. Αναστασία μου η καινούργια χρονιά εδώ στο μπλογκόσπιτό σου ξεκινάει από την ανάγνωση του διηγήματός σου. Και θεωρώ συγκινημένος ότι αποζημιώνει και με το παραπάνω τον αναγνώστη και επισκέπτη σου.
    Να μην επαναλάβω τις απόψεις μου για την έξοχη γραφή σου. Για το πολύ προσωπικό σου στυλ γραφής. Μια γραφή που παραπέμπει σε λογοτεχνία της παραδοσιακής κλασικής μας σχολής. Λόγος λιτός, «αριστοκρατικός», περιγραφικός. Περιβάλλον ανάλογο, χαρακτήρες εποχής στην οποία αναφέρεσαι.
    Μου αρέσουν πάρα πολύ οι ημερολογιακές σου αναδρομές όπως εδώ.
    Εξαίρετη πλοκή και ναι, απρόσμενο τέλος, με το στοιχείο του μυστηρίου και της αποκάλυψης του μεγάλου μυστικού του φλυτζανιού να κερδίζουν τις εντυπώσεις απόλυτα.
    Κανείς δεν πήγαινε σε τέτοια σκέψη.
    Μου άρεσε πάρα πολύ. Αυτό το πέρασμα των εποχών επίσης παραστατικό.
    Να σε συγχαρώ μία ακόμα φορά κορίτσι μου για τη δημιουργία σου, που μπορεί να έρχεται από το παρελθόν αλλά συνεχίζει να κοσμεί το παρόν.
    Σε χαίρομαι ναι.
    Καλή χρονιά να ευχηθώ με πολλές ευχές για σένα προσωπικά και τα αγαπημένα σου πρόσωπα.

    Αρέσει σε 1 άτομο

  9. Τι ιστορία κι αυτή! Πολύ γνώριμη.
    Βλέπεις, λόγω της τάξεώς μας, είχαμε τέτοια απογεύματα κάθε Τετάρτη στο πατρικό μου. Τις Δευτέρες μαζεύονταν στης Μόνδης και τις Παρασκευές στης Φεβρωνίας (της γνωστής)!
    Φυσικά, μετά το τέϊον ακολουθούσε κουμ-καν!
    Η δε μητέρα, δήλωνε (και δηλώνει ακόμα) βασιλοκομμουνίστρια!
    Μην με ρωτάς πώς γίνεται αυτό. Δεν ξέρω, όμως γίνεται!

    Καλή χρονιά Αναστασία!
    Κίσιζ 😘

    Αρέσει σε 1 άτομο

  10. Παράθεμα: Jour fixe – worldtraveller70

Γράψε κι εσύ τα δικά σου...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.