Μαντάμ Δεκάρα

Μαντάμ Δεκάρα

Ξέρεις τι είναι να ‘χεις γεννηθεί σ’ ένα σπιτάκι πλίνθινο, χαμηλό, «ασήμαντο» και πανομοιότυπο με δεκάδες άλλα μιας γειτονιάς «ταπεινής» και ξεχασμένης σε μιαν άκρη της πόλης;
Να μεγαλώνεις, κρατώντας μια σκούπα κι ένα φαράσι για να ξεκουράζεις τη μάνα (που, μεταξύ μας, δεν τα ‘χε καλά με τις δουλειές) και να ζητιανεύεις τον έπαινο του πατέρα και του μεγάλου αδερφού;
Να σε σέρνουν από εκκλησία σε μοναστήρι και προσκύνημα και να σε νηστεύουν για να εξομολογηθείς και να κοινωνήσεις, γιατί «όλα τα βλέπει ο Θεός κι η χρυσή Παναγιά και θα πέσει φωτιά να σε κάψει αν παραστρατήσεις!»;

Τσάτρα–πάτρα στο σχολειό, «έλα μωρέ, δε βαριέσαι! Κορίτσι είναι, τι τα θέλει τα γράμματα;» αλλά κι εσένα, δεν σε πολυένοιαζε. Είχες καλομάθει με τα του σπιτιού και πιο πολύ σε σκότιζαν παρά σ’ ευχαριστούσαν τα μαθήματα.
Μια δυο φορές, σ’ όλα τα μαθητικά σου χρόνια, ένιωσες πως ήθελες να μάθεις κάτι παραπάνω –να γράφεις μ’ ωραία γράμματα, καλλιγραφικά, όμορφες αράδες με νόημα, όπως η ξαδέρφη σου, η Σούλα– αλλά τα βρήκες μπαστούνια και δεν το ζόρισες. Το ξέχασες δε, τελείως, όταν έχασες μια χρονιά και πάλευες ξανά στα ίδια, να μην ξαναμείνεις (ντροπής πράγματα! Η Σούλα, μπήκε κιόλας στο Πανεπιστήμιο!)
«Παράτα τα, βρε! Κοίτα να παντρευτείς, κι άσ’ τα τα γράμματα!», η μάνα σου. «Τι θες; να ‘χουμε της Σούλας τα ρεζιλίκια; Που πήγε κι έγινε κουμουνίστρια;!»

Σωστά! Εκείνον τον καιρό, σ’ εκείνα τα μέρη, μεγαλύτερη ντροπή για την οικογένεια ήταν να τους βγει το παιδί κομμουνιστής, παρά να το ‘χουν αγράμματο (ξύλο απελέκητο!)
Έτσι κι εσύ, δεν «ντρόπιασες» την οικογένεια…

♦ ♦ ♦

Να σε προορίζουν από τα δεκάξι–δεκαεφτά για «μια καλή τύχη», μα η προξενήτρα να πηγαινοέρχεται άπραγη γιατί οι υποψήφιοι θέλανε κάτι παραπάνωॱ προίκα, λεφτά κι ένα μεγάλο σπίτι στ’ όνομά τους!
Να πιάνεις τα είκοσι κι η μόνη αχνή εικόνα που ‘χεις από την πρωτεύουσα (δυο βήματα παραπέρα, ένα λεωφορείο δρόμος) να ‘ναι η πλατεία της Ομόνοιας κι οι λουκουμάδες του «Κρίνου».
Να μην έχεις πάει ένα σινεμά με τις φίλες σου (ποιες φίλες; Η μάνα έλεγε πως είναι ζηλιάρες, μοβόρες και με το που θα παντρευτείς, θα κοιτάξουν να σου φάνε τον άντρα!), να μην έχεις φλερτάρει, να μη σ’ έχουν αγγίξει χάδια και χείλη αρσενικού.
Να βλέπεις τη ζωή να τσουλάει σαν τρένο βιαστικό και το χρόνο να στέκεται πάνω σου, σκόνη που δεν μπορείς ν’ αποτινάξεις.

♦ ♦ ♦

Να κοντεύεις, πια, τα τριάντα και να ‘ρχεται το πολυπόθητο προξενιό «τύχη βουνό! Καλό παιδί, σπουδαγμένο στην Εγγλεζία (!) και με δουλειά στρωμένη. Κομμάτι αψανό1, μα χέρι δε σηκώνει.»
— «Και από προίκα; Τι ζητάει;»
— «Ένα σπίτι. Όπως τ’ ονειρεύεται.»

Όχι πως σου ‘πεφτε λόγος, δηλαδή, τυπικά πάντως, σε ρώτησανॱ κι είπες «ναι, θα τον πάρω!» Θα τον έπαιρνες, έτσι κι αλλιώς, σιγά μη μετρούσαν το «όχι» σου, αν αυτό είχες κατά νου. Δεν το ‘χες. «Κρα» έκανες να παντρευτείς, να καλοπαντρευτείς, να φορέσεις νυφικό και βέρα αστραφτερή στο δεξί, να στολιστείς, να χτενιστείς, να μπεις, να βγεις, ν’ ανοίξεις το σπίτι σου, να γίνεις «κυρία» (του κυρίου Τάδε), να σταματήσουν να σε ψιθυρίζουν «η μεγαλοκοπέλα», «η γεροντοκόρη», η–που–τους–έμεινε–στο–ράφι.

Κι έγινε ο αρραβώνας ο επίσημος με κλαρίνα και βιολιά και τρακόσα κεφάλια κόσμο «για τις χαρές σου». Και περίμενες άλλα οκτώ χρόνια μέχρι το γάμο, γιατί το σπίτι –που το ‘θελε μεγάλο ο γαμπρός– κατάπινε λεφτά που δεν υπήρχαν κι έρχονταν μονάχα όταν κι όσο σφίγγονταν τα ζωνάρια του πατέρα και του μεγαλύτερου αδερφού.

«Δεσποινίς, ετών 39» ἐνυμφεύθης, δόξῃ καὶ τιμῇ, το–καλό–παιδί (που δεν ήταν πια παιδί) το–σπουδαγμένο–μα–κομμάτι–αψανό, φρεγάτα φορτωμένη εσύ, με μαλλί ξανθό, πλατινέ («σαν της Μεριλίν Μονρόε», το ζήτησες) λουδοβίκειο, και τιάρα στριμωγμένη πάνω στις μπούκλεςॱ σφιγμένος αυτός, με την μπουτονιέρα–εξαπτέρυγο, να σφαντάει2, («μια φορά παντρεύεται κανείς!»), τα κουμπιά να επαναστατούν πάνω στο λαμέ κοστούμι, και το μαύρο λουστρίνι να του ‘χει πεθάνει τον κάλο.

♦ ♦ ♦

«Καλοπαντρεύτηκες», λοιπόν, κι είχες να καμαρώνεις για ένα σπίτι–κούκλα. Να γυαλίζουν τα παρκέ, να βλέπει κανείς τη μούρη του αν έκανε έτσι δα να σκύψει, ν’ αστράφτουν τ’ ασημικά στη βιτρίνα τη σκαλιστή, να μοσχομυρίζει στιφάδο και μουσακά και πίτα «χειροποίητη» η κουζίνα, να περιμένεις τον άντρα σου –την κολόνα σου, το στήριγμά σου– να γυρίσει απ’ το γραφείο, να σου ακουμπάει το χρήμα ζεστό, και σπαρταριστό σα φρεσκοπιασμένο μπαρμπούνι… Ααχ, se questa non e la vita, io voglio morire!3

Μαζί με το γάμο, ήρθαν κι οι σιωπές. Μ’ εκείνον, να πείτε τι; «Ζώον» σ’ ανέβαζε, «τούβλο» σε κατέβαζε. Γιατί, εσύ, το μόνο που ‘ξερες να κάνεις ήταν να ξεκοκαλίζεις περιοδικά και κίτρινες φυλλάδες και να παρακολουθείς πρωινομεσημεριανάδικα στην τηλεόραση.
Όλα κι όλα, όμως, δεν σου έλειπε τίποτα! Τα χρυσαφικά σου, τα ρούχα σου, τα παπούτσια σου, το κομμωτήριό σου –τι άλλο να ζητήσει μια γυναίκα;

Φίλες, γειτόνισσες, είπαμε: μακριά! Μόνο τραπεζώματα και χοροί και γλέντια στις ονομαστικές σας γιορτές κι όλες τις χρονιάρες μέρες. Μερόνυχτα, όρθια στην κουζίνα εσύ, για να ‘χεις τα χιλιόκαλα και να τους μπεις στο μάτι. Έτρωγαν όλοι κι έπιναν εις υγείαν των κορόιδων

Τα καλοκαίρια, τρεις μήνες στο εξοχικό, άλλαζε ο αέρας σου μα μόνον αυτός. Κατά τ’ άλλα, πλύσιμο–σιδέρωμα–μαγείρεμα–σφουγγάρισμα και φτου κι απ’ την αρχή.

Και κυλούσαν τα χρόνια κι η ζωή σου κι ήσουν ευτυχισμένη μέσα στην άγνοιά σου και την απραγματοσύνη σου.

♦ ♦ ♦

Σιγά–σιγά και με τα χρόνια, πολλά άλλαξαν –ο σύζυγος καταξιώθηκε επαγγελματικά, οι οικονομικές απολαβές του ήταν υπέρ το δέον ικανοποιητικές, οι κοινωνικές υποχρεώσεις σας αυξήθηκαν και παράλληλα με αυτές, και οι γνωριμίες.
Και πολλά–πολλά δεν σκάμπαζες, όταν βρισκόσασταν με ανθρώπους του… κύκλου σας (του κύκλου του άντρα σου, δηλαδή) και το στεφάνι σου σού είχε πει να το βουλώνεις, για να μην πετάξεις κάνα καρύδι και γίνετε ρόμπα κλαρωτή και γαρύφαλο στ’ αυτί.

«Μεγαλοπιάστηκες» και άρχισες να διατυμπανίζεις τις εξόδους σας, τα ψώνια σας, τα ταξίδια σας, στην «ταπεινή» σας γειτονιά που είχε, στο μεταξύ, γονατίσει από την κρίση. Κλειστά παράθυρα, σφραγισμένα στόματα. Λιγοστά και μετρημένα τα λεφτά, περιορισμένο το φαγητό, σε έλλειψη τα χαμόγελα. Ακόμη κι εκείνοι που έκαναν χάζι τις προσπάθειές σου να «φανείς» κι όλο πέταγες ατελώνιστα4, δεν έδιναν –δεν σου έδιναν– πια καμιά σημασία. Κάθε σπίτι είχε το δικό του φορτίο…
Φούσκωνε το πορτοφόλι σας και μαζί μ’ αυτό φούσκωναν ολοένα και περισσότερο τα μυαλά σου.

Θαρρώντας πως έγινες «μεγάλη και τρανή», αποφάσισες να πολιτευτείς, αν και, με την πολιτική, δεν είχες ασχοληθεί ποτέॱ αυτά ήταν για τους άντρες, που ΄ξεραν και καλύτερα! Παραδοσιακά, ψηφίζατε οικογενειακώς δεξιά –διότι και τον βασιλιά τον θέλατε, και τον Παπαδόπουλο τον θέλατε, και τον Καραμανλή τον θέλατε (κι ας σας φαρμάκωσε που νομιμοποίησε τους κουκουέδες που, καλέ είχαν σφάξει κόσμο και ντουνιά με τα κονσερβοκούτια!) και μέχρι εκεί, ακόμη κι εσύ τα ‘ξερες! Αλλά μέχρι εκεί! Ο πατέρας, ο αδερφός κι αργότερα ο άντρας σου, σου έδιναν το ψηφοδέλτιο έτοιμο, με σταυρωμένους ανθρώπους δικούς τους, κι εσύ, ευβλαβικά το ‘ριχνες στην κάλπη. [Που έβαζες «χειλάκια» στο ψηφοδέλτιο, επειδή «σταυρώνανε» και το Λεωνίδα, που ήταν ο κρυφός κι ανεκπλήρωτος έρωτάς σου, δεν το ‘χες πει σε κανέναν! Κι αναρωτιόνταν μετά στην τοπική, ποιο ζώον έβγαζε άκυρη την πολύτιμη ψήφο.]

Για αρχή, έβαλες πλώρη για το Δημαρχείο!
Θυμάσαι το κάζο που έπαθες στις Δημοτικές Εκλογές του 2014; Τότε που, πρώην δήμαρχος  –ετύγχανε μακροσυγγενής σας, μάλιστα– σού πρότεινε να είσαι υποψήφια με το συνδυασμό του!

— «Να μη δεχτείς!», σου είπε η μάνα σου. «Αυτός ήταν με το ΠΑΣΟΚ, τι δουλειά έχουμε εμείς, σοβαροί αθρώποι;!»
— «Να δούμε τι θα πει ο Τρύφωνας», σ’ ορμήνεψε ο αδερφός σου.
— «Να δεχτείς! Κατεβαίνει ως ανεξάρτητος!», είπε κι ελάλησε το στεφάνι σου.

Κι είπες το πολυπόθητο «ναι», σα νύφη! Και θυμηθήκατε και τη Σούλα, «δεν τη βοηθάς, βρε πουλάκι μου; Να της γράψεις κάνα λόγο, κάνα κείμενο…» κι η Σούλα, άρχισε να γράφει τα δικά της, «τα κομμουνιστικά»… κι είπε ο Τρύφωνας «ως εδώ και μη παρέκει!» κι αναθέσατε αλλού, προσλάβατε σύμβουλο(!), και δώσ’ του τα ιλουστρασιόν φυλλάδια, και δώσ’ του οι φωτογραφίες οι καλλιτεχνικές, και να πληρώνει ο Τρύφωνας αβέρτα–κουβέρτα, και να χαρτζιλικώνετε τα πιτσιρίκια να μοιράζουν φυλλάδια, και να διατάζει η σύμβουλος για φέισμπουκ, ιστοσελίδα, καταχωρίσεις στον τοπικό τύπο, «πρέπει να κάνουμε καλό προμόσιον, αγάπη μου! Δεν έχω αναλάβει άνθρωπο και να μην εκλεγεί, δε θα μου χαλάσεις εσύ το καλό μου όνομα!»… Κι εσύ, η Ρένα, έγινες (ξανά) Ειρήνη, κι όπου γάμος και χαρά η… Ειρήνη πρώτη!
Δυο μέρες πριν από τις εκλογές, το ‘χατε σίγουρο –οικογενειακώς– πως ίσως και να βγεις πρώτη σε σταυρούς!
Μια βδομάδα μετά, τρίβατε τα μάτια σας με τους, μόλις και μετά βίας, εκατόν πενήντα, που σε κατέτασσαν πρώτη από το τέλος!

♦ ♦ ♦

Μαζεύτηκες για λίγο, μα δεν το ‘βαλες κάτω.

Αλλάξατε αυτοκίνητο, πήρατε λιμουζίνα και τη μοστράρατε, ολοκαίνουργια κι αστραφτερή, έξω από το γκαράζ του σπιτιού σας.
Έκοψες να πηγαίνεις σούπερ μάρκετ, ήταν πολύ… μπανάλ, εξάλλου αρχίσατε να βγαίνετε συνέχεια. Αλλού για πρωινό, αλλού για μεσημεριανό, αλλού για καφέ και γλυκό, αλλού για δείπνο, αλλού για ποτό. (Δεν έπινες, δεν σου άρεσε, δεν σου επέτρεπαν και ποτέ να πιεις, αλλά πάντα ζήλευες τις γυναίκες που έλεγαν «πάω για ένα ποτό» κι ήθελες, αχ, πόσο ήθελες να ‘χες κι εσύ, έστω, την αίσθηση…)

Έγινες αιτία να χάσει τη δουλειά της η νεαρή μανικιουρίστα, διότι καθυστέρησε ένα δεκάλεπτο, εξαιτίας του προηγούμενου ραντεβού της, κι επειδή «ήσουν εσύ και δεν ήταν δυνατόν εσύ, να περιμένεις!»
Αρνήθηκες τη βοήθεια σε ανθρώπους που, μέχρι χθες σε συνέτρεχαν ή που είχατε φάει «ψωμί κι αλάτι» (που λέει ο λόγος κι ο κόσμος ο κακός, μια που εσύ, αίφνης, έμοιαζες να ‘χες γεννηθεί μόλις χθες, κάπου αλλού, κουβαλώντας μιαν άλλη καταγωγή!) κι έκλεινες τα μάτια και τ’ αυτιά στη δυστυχία που ολοένα και μεγάλωνε τριγύρω σου.
Έπιασες «παρτίδες» με άτομα που δεν είχατε τίποτα κοινό, πέρα από το κενό: κενή υπόσταση, κενά ενδιαφέροντα, κενές κουβέντες, κενά βλέμματα. Μα, ακόμη κι ανάμεσά τους, ήσουν ξένο σώμα και με το που γύριζες την πλάτη σου ξεσπούσαν σε χάχανα ενώ μπροστά σου, σού ήταν αδύνατον να διακρίνεις την ειρωνεία και τη χλεύη –πώς, άλλωστε; Ούτε τη μύτη σου δεν έβλεπες από τον αέρα που ‘χες πάρει και σε παρέσερνε σε ολοένα και μεγαλύτερα βάθηॱ εσένα, που και στα ρηχά ήθελες σωσίβιο…

♦ ♦ ♦

Πέρασε καιρός και το τσουβάλι έπιασε πάτο. Οι αστακοί έγιναν φακές, οι σφυρίδες γαύρος και στα ΒΠ, που δεν είχες αφήσει καφέ για καφέ και ρεστοράν που να μην κάνεις κράτηση, τελευταία φορά έδωσες το «παρών» στους Επιταφίους της περιοχής!
Έχεις πια, πρόβλημα. Αλλά δεν έχεις πού να το πεις.
Αν κάτι σου έμεινε, είναι μονάχα φαρμάκι και εκτοξεύοντάς το προς πάσα κατεύθυνση, νιώθεις ανακούφιση. Μα, αν κάτι δεν έμαθες να ‘χεις ποτέ, είναι ο στόχος. Έτσι, κι αυτό, όπως κι όλη η, έως τώρα, ζωή σου, πέφτει στο κενό.

True Story! Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις,
δεν είναι καθόλου συμπτωματική!


1 αψανός= αψύς, οξύθυμος
2 σφαντάω (και σφαντάζω)= φαντάζω, προκαλώ αίσθηση
3 se questa non e la vita, io voglio morire! (ιταλ.)= Αν δεν είναι έτσι η ζωή, θέλω να πεθάνω!
4 ατελώνιστα (μτφ.)= ανόητες κουβέντες, κοτσάνες, γλωσσικά ολισθήματα, «μαργαριτάρια»

 

27 σκέψεις σχετικά με το “Μαντάμ Δεκάρα

  1. Απολαυστικότατο το 100% τρου στόρι σου Αναστασία μου, το τόσο «έτσι» γραμμένο που είχε και το τέλος που του άξιζε, γιατί λες, «ότι σπείρεις θερίζεις»! 😉
    Και μετά έρχεται κάποιος και σου λέει, πώς τα καταφέρνουν μερικοί μερικοί και μια ζωή, φίνα τη βγάζουν ενώ όλοι «ξέρουν» τις κομπίνες και λαμογιές τους και δήμαρχοι γίνονται και βουλευτές και υπουργοί; 😉
    Και είναι να μη αναρωτιέται κανείς γιατί οι περισσότεροι, ζώντας απλά και έντιμα, παιδεύονται να επιβιώσουν και τους απαντώ, μη βλέπετε τι φαίνεται, την ουσία να κοιτάτε, γιατί όπως έλεγε και αγαπημένος φίλος, «δεν ξέρεις, όλοι κάποιο σταυρό κουβαλάμε» και είναι αλήθεια! 😛

    ΑΦιλάκια πολλά πολλά και ας άφησα ερωτηματικά! 🙂

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Στεφανία μου, αν κάτι μ’ ενοχλεί, ίσως περισσότερο από την ίδια την κομπίνα, είναι οι παρατρεχάμενοι. Εκείνοι που έρπονται γύρω από τα λαμόγια, προσβλέποντας σε κάποιο ψιχίο προσωπικού οφέλους. Έτσι, οι μαφιόζοι επιβιώνουν κι επιπλέουν –όπως οι φελλοί– και το τέλμα εξαπλώνεται εσαεί. Επιχειρηματίες με τα τσιράκια τους, πολιτικοί με τους αυλικούς τους και πάει λέγοντας…

      Καθένας κουβαλά φορτίο στους ώμους τουॱ μερικοί, πάντως, κατορθώνουν και βρίσκουν άλλους να τους ξαλαφρώσουν!

      Οι παροιμίες είναι σοφές, αλλά δεν θερίζουν όλοι ό,τι έχουν σπείρει. Κάποιες φορές, οι «απώλειες» είναι ασήμαντες και τα μεγέθη σποράς / θερισμού, αντιστρόφως ανάλογα.

      Σ΄ευχαριστώ πολύ!
      Καλή συνέχεια στη μέρα σου, Στεφανία μου! Να είσαι καλά, φιλάκια πολλά! 💕

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Αναστασία μου, στο τέλος της ανάρτησης σου, ένιωσα σίγουρη, πως όλοι θα έχουμε σκεφτεί έναν άνθρωπο που γνωρίζουμε και που ξέχασε ποιος είναι και έγινε κάτι άλλο. Κάτι που να μοιάζει, αλλά δεν είναι.
    Αυτοί οι άνθρωποι, που μεγαλοπιάνονται, και ταυτίζονται με κάτι που δε μπορούν να υποστηρίξουν, μου θυμίζουν έντονα, όσους μέσα από τα social media, παρουσιάζουν μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα από τη δική τους.

    Μια γνωστή ρήση, λέει πως: «αν δεν κοιτάς εκεί που θες να πας, θα πας εκεί που κοιτάς».
    Θλιβερό κανείς, να μην αγαπά τη ζωή του.

    Εν τω μεταξύ, είχα γράψει ένα τεράστιο σχόλιο το οποίο πλέον βρίσκεται στην άβυσσο της wordpress, γιατί το εξαφάνισε. χαχα
    Θα πορευτούμε με αυτό το συνοπτικό! Καλό ξημέρωμα 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Μαρίνα μου, λυπάμαι που χάθηκε το σχόλιό σου… Είμαι βέβαιη ότι ήταν διεισδυτικό και εύστοχο.
      Κρίμα…

      Τα social media έχουν κάψει πολύ κόσμο! (Και κάπου, σκάμε κι ένα γελάκι εμείς που ξέρουμε τους… μεταλλαγμένους, βλέποντας την εικόνα που προσπαθούν να πλασάρουν).

      Θλιβερό, κάποιος να μην έχει καν ζωή, να ζει με αυτές, των άλλων, χαζεύοντάς τους πίσω απ’ το κουρτινάκι! Να πηγαίνει όπου τον πάνε, να μην έχει «θέλω» ή, κι αν έχει, να μην τολμά ούτε να τ’ ανασάνει!

      Φιλάκια, σοφή διπλανούλα μου!
      Σ’ ευχαριστώ πολύ!
      Καλό σου απόγευμα!💕🌷

      Μου αρέσει!

  3. Μα τι πρόβλημα έχουμε με το κορίτσι; Ζηλεύουμε; Αυτοδημιούργητο, αναρριχήθηκε με μεγάλες δρασκελιές και γνώρισε τιμές και δόξες στη η γειτονιά και στα στέκια, ζωή απογειωμένη στου 7 ουρανούς, από τους πλίνθους και ατάκτους κεράμους στα παρκέ και στα παστίτσια, τόσο μπροστά από το μέσο όρο που μόνο 150 κατάφεραν να το καταλάβουν, να το εκτιμήσουν και να το τιμήσουν με την ψήφο τους (149 κι εγώ..). Τι κι αν στο τέλος πίνει και λίγο φαρμάκι; «Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό» τραγούδησε κάποτε και το απόλαυσε, άλλωστε, όπως λέει κι ο αγαπημένος ποιητής του Λι «Με ήτα τελειώνει η ζωή. Και με ήττα επίσης», δεδομένη η ήττα στο τέλος, απολαυστε την πτήση πριν την προσγείωση..
    Ουφ. Δε συνεχίζω, γιατί όπως το πάω θα πείσω κι εμένα..Έτσι κι αλλιώς, ό,τι και να πω, δεκάρα δε δίνει αυτή..

    ΥΓ. Δεν ήξερα ότι ζωγραφίζετε ωραία πορτρέτα, κυρία Αναστασία! Εύγε σας!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. 😇 148 ήταν, για την ακρίβεια… αλλά είπα να το στρογγυλέψω!
      Έχοντας αφήσει –από αμέλεια– τα εκλογικά μου δικαιώματα στην Α’ Αθηνών, παρακολούθησα το σόου (μαζί και αυτό, της συντριβής) ως απλή παρατηρήτρια. Τότε, για να είμαι ειλικρινής, τη λυπήθηκα κιόλας…

      Ό,τι μπορούμε κάμουμε, κύριε Διονύση μου!

      Ευχαριστίες!

      ΥΓ. Η εκδοχή του κ. Λι, υποθέτω, ταυτίζεται με τις «εκδοχές» του αγαπημένου ποιητή του.

      Μου αρέσει!

  4. Ούτε μια στιγμή δεν κοίταξε μέσα της. Τίποτα δικό της – ούτε σκέψη, ούτε επιθυμία, ούτε συναίσθημα. Ούτε και τύψεις. Όλα τα έκαναν οι άλλοι κι αυτή ακολουθούσε – υπηρετούσε. Φυσικά και τώρα οι άλλοι φταίνε, αυτή ποτέ. Και πετάει το φαρμάκι για να βρει το δίκιο της. Πώς το λέει η παροιμία; Μην μου πολυψηλώνεσαι, να μην παρακοντύνεις! Θλιβερή ύπαρξη. Τι σου είναι ο άνθρωπος…
    Καλό ξημέρωμα, Αναστασία μου.

    Αρέσει σε 1 άτομο

  5. «Μωρέ ποια μου θυμίζει; … ποια μου θυμίζει;;;»
    Μα είναι τόσο αληθινά αυτά που περιγράφεις στην αρχή της ιστορίας σου, περί «επαγγελματικού προσανατολισμού» των κοριτσιών, που ειλικρινά θαυμάζω το μνημονικό σου! Η ηρωίδα σου δεν είναι καθόλου φανταστική. Όλοι μας τη συνδέσαμε με κάποιο υπαρκτό πρόσωπο. Δυστυχώς για την πολιτική, κάποιες τέτοιες κυρίες κατάφεραν να κατακτήσουν αξιώματα και μάλιστα δημόσια. Να πω το τετριμμένο πως «γι αυτό φτάσαμε ως εδώ»;
    Συγχαρητήρια πολλά για την πένα σου Νατάσα μου!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. «Ζει ανάμεσά μας», Μαρία μου… Όπως και όλα τα πρόσωπα της ιστορίας. Άλλο τόσο, είναι αληθινά και τα περιστατικά. Δυστυχώς, δεν είναι μοναδική η περίπτωσή της και, μπορεί η ίδια, να μην κατάφερε να «κερδίσει» την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων, ωστόσο, γνωρίζουμε αρκετές «κυρίες» της πολιτικής (και όχι μόνον) που μεγαλοπιάστηκαν και επιβλήθηκαν ως «προσωπικότητες».
      Να πώς φτάσαμε ως εδώ!

      Σ΄ευχαριστώ, Μαρία μου!
      Τα φιλιά μου, καλό σου βράδυ!💕

      Μου αρέσει!

  6. Διαδρομή βουτηγμένη στην υποταγή και την ενσωμάτωση.
    Δοσμένη με εκκωφαντικό τρόπο από τη γραφίδα σου Αναστασία.
    Όμως, όμως…δεν ξέρω αν αυτό είναι το συνηθισμένο τέλος.
    Τις περισσότερες φορές πολλά νεόφερτα τζάκια εξακολουθούν να είναι χτισμένα με ακριβώς αυτά τα υλικά.
    Και εκείνοι που …χρεοκόπησαν ήταν οι δούλοι τους.
    Βέβαια αρκετούς και από αυτούς πήρε η μπάλα.
    Τώρα αν φωτογραφίσω τη Γυναίκα που «κρύβεται» στις κουρτίνες πίσω από όλο αυτό χμμμμ μεγάλη ιστορία. Με πολλούς κομπάρσους πρωταγωνιστές. Ολάκερη σαπουνόπερα.
    Πως το έλεγε η …ατυχήσασα ;
    «Άτιμη κοινωνία που άλλους ανεβάζεις και άλλους κατεβάζεις στα τάρταρα….»
    Τα φιλιά μου Αναστασία μου.

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Γιάννη μου,
      Αν και πολλά «ονόματα», κάπου, μακριά −και βαθιά− στο παρελθόν τους, κουβαλούν παρεμφερείς ιστορίες εμπειρίες, εντούτοις, η συγκεκριμένη γυναίκα, ο συγκεκριμένος χώρος / τόπος, τα γεγονότα και τα υπόλοιπα πρόσωπα, είναι 100% υπαρκτά,και αυτό είναι −έως τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές− το αποτέλεσμα της επιπολαιότητας και της κακοδιαχείρισης.
      Αν είναι και το τέλος, δεν το γνωρίζωॱ μάλλον προς το καβούκι του το βλέπω να παραμένει το ζεύγος, μετά τα… πυροτεχνήματα των περασμένων μηνών και λίγων ετών.
      (Άσε δε, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μιλάμε καν για −έστω και νεόφερτο− «τζάκι». Απείχαν πολύ από κάτι τέτοιο).
      Όπως, πολύ σωστά επισημαίνεις, σε παρόμοιες περιπτώσεις, άλλοι πληρώνουν τη ζημιά.
      Για να σε διευκολύνω στη… φωτογράφιση, «κύριε Πετροχείλο μου!»σου λέω ότι η καρικατούρα της εισαγωγικής εικόνας, φέρνει πολύ στο πραγματικό πρόσωπο!

      Σε φιλώ, Γιάννη μου! Καλό βράδυ!

      Μου αρέσει!

  7. True story εις διπλούν εις τριπλουν τετραπλούν και πολυπλούν μη σου πω!!!
    Μα πόσες τέτοιες χαζογκόμενες υπάρχουν τριγυρω μας κι ας μην εχοουν φτάσει καν στα πολιτικά αξιώματα.
    Τις βλέπεις και θες να βγάλεις ότι εχεις και δεν έχεις φάει
    Και βλέπεις αλλους που έχουν καταφέρει τόσα στη ζωή τους, κι έχουν περάσει άλλα τόσα.. να είναι με το κεφάλι σκυφτό… και να παλευουν!
    Αλλο ένα εξαιρετικό κείμενο Νατάσα μου!
    (Σε κάνω εικόνα διπλα στην ηρωίδα σου και γελαω….. κι ας μην σ’εχω δει ποτέ!!!)
    Καλό ξημέρωμα

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ακριβώς, Μαρία μου!
      Αλλά, δεν είμαστε όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι από την ίδια στόφα…

      Σ΄ευχαριστώ πολύ!
      Τα φιλιά μου, καλό βράδυ να ‘χεις! ❤

      ΥΓ. Κάν’ τη την εικόνα, κάν’ τη! [Κάπως έτσι 😈, εγώ!]

      Μου αρέσει!

  8. Πάω στοίχημα πως το μυαλό όλων μας πήγε σε μια τέτοια μαντάμ….και μπορεί να είναι διαφορετική για τον καθένα, αλλά δεν παύει να είναι ίδια!
    Μα να μη βρεθεί ένας να σπάσει το καλούπι;
    Εξαιρετικό κείμενο όπως πάντα άλλωστε!
    Φιλιά πολλά!

    Μου αρέσει!

  9. Κύλησε όλο σαν νερό. Ο λόγος σου, η ιστορία, οι εικόνες.
    Μια λύτρωση και ένα μάθημα που ποτέ από ότι φαίνεται δεν πάρθηκε.
    Νομίζω όλοι μας έχουμε στον περίγυρο μια μανταμ που ταιριάζει γάντι στις περιγραφές, που τα συναισθήματα είναι πανομοιότυπα ακόμα και αν η ιστορία διαφέρει όσο όμοια και αν τελικά είναι.

    Πολύ ξεκούραστο ακόμα και αν το μέγεθος μπορεί να σε τρομάζει! Εξαιρετικό πραγματικά!

    Καλό ξημέρωμα!

    Μου αρέσει!

  10. Το γεγονός ότι όλοι έχουμε τουλάχιστον ένα υπαρκτό πρόσωπο που μοιάζει στην πρωταγωνίστριά σου Νατάσα μου, με προβληματίζει πολύ!!…
    Απολαυστική η γραφή σου, φίλη! Χαίρομαι τόσο πολύ να σε διαβάζω! Εύστοχη, με χιούμορ και διεισδυτική ματιά! Τι άλλο να ζητήσει κανείς!
    Καλή σου εβδομάδα
    Την αγάπη μου
    Μαρίνα

    Μου αρέσει!

Γράψε κι εσύ τα δικά σου...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s