«Θα ήταν, λέει…»

«Θα ήταν, λέει...»

1.

«Θα ήταν, λέει, Κυριακή. Θ’ ανοίγαμε τα μάτια μας από το φως που θα ξεμύτιζε διστακτικά ανάμεσ’ απ’ τις γρίλιες, θα γκρίνιαζες λίγο —θα μου είχες πει αποβραδίς “μην ξεχάσεις να κλείσεις και τις κουρτίνες”, αλλά επίτηδες δεν θα το ‘κανα… ακριβώς για να γκρινιάξεις και να χωθείς στην αγκαλιά μου, όπως σ’ άρεσε να κάνεις αντί να γυρίσεις πλευρό— θα ξανακοιμόσουν, όπως πάντα, είκοσι−τριάντα λεπτά.

» Θα σηκωνόσουν μετά, θα μου έδινες το πρώτο φιλί της ημέρας και θ’ άναβες την καφετιέρα που ‘χαμε ετοιμάσει απ’ το βράδυ.

» Θα κατέβαινα να πάρω όλες τις εφημερίδες —εσύ θα ξεφύλλιζες μόνο τα ένθετα— θα σου έκανα παρέα να λύσεις το σταυρόλεξο, θα με βοηθούσες να ξεμπλέξω με το σουντόκου

» Θα είχε πια μεσημεριάσειॱ κι αφού δεν θα είχαμε μαγειρέψει τίποτα, θα ξεκινούσαμε για το Μοναστηράκι. Θα παραπονιόσουν πως “το Γιουσουρούμ δεν είναι πια αυτό που ήταν”, όμως “τι έχει μείνει όπως ήταν”. Θα σου έλεγα, “καλέ μου; Κοίταξέ με, κοίταξε και το δικό σου, όμορφο πρόσωπο στον καθρέφτη. Όχι, όχι στα μάτια μου —εκεί, θα δεις μόνο την αγάπη— αλλά στον καθρέφτη μας, αυτόν που ήταν το πρώτο σου δώρο σ’ εμένα, πριν… τριάντα πέντε; Τριάντα έξι χρόνια; Τότε που ήμουν μαθητής κι ήσουν ο δάσκαλός μου”… Τότε που ήμασταν και οι δύο νέοι. Πολύ νέοι.

2.

» Θα ήταν, λέει, Κυριακή και θα καταλήγαμε στο Ασχημόπαπο1 ή στη Φυλακή2. Ανέκαθεν αγαπούσα το περπάτημαॱ κι ακόμη κι ύστερα από τόσα χρόνια, ακόμη και που η μέση σου είχε αρχίσει να σ’ ενοχλεί —να και κάτι ακόμη που σου άφησαν δεκαετίες παραδόσεων και ορθοστασίας— ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκες να μου αρνηθείς τις μεγάλες, απολαυστικές, κυριακάτικες βόλτες…

» Θα παραγγέλναμε λευκό κρασί αρετσίνωτο, χύμαॱ το κόκκινο σου έφερνε πονοκέφαλο —ίσως να ήταν κι η ιδέα σου, βέβαια, το θεωρούσες βαρύ… Νομίζω πως ευθύνονταν άλλοι λόγοι, αν θέλεις τη γνώμη μου, γιατί ποτέ δεν πίναμε πολύॱ μόνο στα σοβαρά τα θέματα, εκεί όπου η συζήτηση σήκωνε κρασί κι απλώς, τότε, δεν περιοριζόμασταν μοναχά σ’ ένα καρτούτσο.

» Θα παραγγέλναμε και ό,τι άλλο τραβούσε η διάθεσή μαςॱ συνήθως, τραβούσε τα ίδια. Mας είχαν μάθει, άλλωστε, και μόνο ρωτούσαν: “τα γνωστά;” κι έφευγαν βολίδα, πριν καν δουν το νεύμα μας, για να μας εξυπηρετήσουν γρήγορα, να μας ευχαριστήσουν.

» Θα μου ανέλυες άλλη μία οπτική σου για τον Μπρεχτ και, από τις Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την Aλήθεια3, θα κατέληγες στο, κατά Φερναντέζ4, “περιθώριο”5. Αγαπημένο θέμα… Ένα άλλο, ήταν η παρακμή του Τύπου. Μου μιλούσες για εφημερίδες και “γραφιάδες”“καλούς γραφιάδες”, το τόνιζες, “με ήθος και αξίες”— που εγώ δεν γνώρισα, αιτιολογώντας τον αρνητισμό σου στις σύγχρονες “φυλλάδες” και τη σταθερή προτίμησή σου στα ένθετα.

» Θα παίρναμε το δρόμο της επιστροφής, σούρουπο πια, θαυμάζοντας την ομορφιά της πόλης. Άνθρωπος της τέχνης, εσύ —ακόμα δεν μπορώ να πω το ίδιο για ‘μένα, γιατί πάντα ένοιωθα να ‘σαι μπροστά, χιλιόμετρα— “δάσκαλος”, οραματιστής (ουτοπικών, κατά την ταπεινή μου άποψη, όπως σου την είχα αναπτύξει κοκκινίζοντας, το δεύτερο έτος στη σχολή, με τον έρωτα στα μάτια, λίγους μήνες πριν γίνουμε εσύ για ‘μένα κι εγώ για ‘σένα) πολιτειών όπου οι γραμμές θα εναρμονίζονταν με τον άνθρωπο και το εκάστοτε περιβάλλονॱ δεν στεκόσουν, εντούτοις, ποτέ στην παραφωνία του τσιμέντου, στο φάλτσο του “κουτιού”. Αντ’ αυτού, θαύμαζες τους ανθρώπους: ερωτευμένα ζευγάρια —“κοίτα τι όμορφα που είναι τα χέρια τους πλεγμένα” ή, “κοίτα πόσο στοργικά έχουν αγκαλιαστεί”— δίχως ζήλια, δίχως φθόνο που, εκείνοι μπορούσαν κι εμείς όχιॱ σου αρκούσε να γυρίσεις να με κοιτάξεις, να δεις τη φωτιά στα μάτια μου κι εγώ στα δικά σου. Θαύμαζες τα παιδιά με τα μπαλόνια στα χέρια, τις γυναίκες με τα πολύχρωμα μαντήλια —ποτέ δεν μου εξήγησες, αλλά ούτε σε ρώτησα, γιατί λάτρευες τα μαντήλια, τα κασκόλ και τα φουλάρια— τους “γέροντες των παλαιοπωλείων” ή εκείνους που σου τους θύμιζαν, “κοίταξε, μοιάζουν να μην έχουν ηλικία, είναι τόσο παλιοί όσο τα κομμάτια που πουλούν —ή που δεν πουλούν, γιατί είναι ξεχωριστά, μοναδικά γι’ αυτούς— και, ταυτόχρονα, είναι τόσο σύγχρονοι, σαν να έχουν έρθει από το μέλλον! Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, μοιάζουν να ‘ναι άνθρωποι μιας άλλης εποχής” και τις τσιγγάνες —από πάντα, ιδιαίτερα όμως μετά την τυχαία συνάντησή μας με τη Ράντα, στη Μασσαλία, που ‘χε κοιτάξει το χέρι σου και σου ‘χε πιστοποιήσει την αγάπη μου, “μέχρι το θάνατο”, για ‘σένα… Α, πόσο σου είχε φτιάξει τη διάθεση η κουβέντα της Ράντα!

3.

» Θα ήταν, λέει, βράδυ… Θα άφηνες διπλωμένα τα ρούχα μας στο καλάθι, να τα βρει η Ούλια τακτοποιημένα την επαύριο που θα ερχόταν να πλύνει, να σιδερώσει, να καθαρίσει το σπίτι. Στην πραγματικότητα, η Ούλια ήταν ο πιο δικός μας άνθρωπος. Από την πρώτη μέρα που είχε έρθει —και, αν δεν μιλούσες τη γλώσσα της, ίσως ακόμη να μην είχα καταφέρει να συνεννοηθώ πλήρως μαζί της— είχε καταλάβει και, δίχως να ρωτήσει, μας είχε αποδεχτεί και αγαπήσει… Στολίζαμε μαζί το δέντρο τα Χριστούγεννα —σαν μικρό παιδί τα περίμενες πάντα, το ξέραμε και, κάθε χρόνο, ετοιμάζαμε κάτι διαφορετικό για να σ’ ευχαριστήσουμε— είχε πάντα τη δική της θέση στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι μας.

» Θα πιάναμε, καθένας, τη θέση μας στον καναπέ… Ζεστό τσάι στις κούπες μας (κίτρινη η δική σου, κόκκινη με μαύρες βούλες η δική μου, “σαν πασχαλίτσα είναι”, με πείραζες!…) και ταινία από την πλούσια συλλογή μας. Είχες εμμονή με τις ταινίες, μισούσες τα βίντεο κλαμπ (και αργότερα, τα αντίστοιχα με τα dvd) και ήθελες πάντα να τις αγοράζουμε. “Η ευτυχία της Άζια”6 και η “Κόκκινη ταινία”7, είχαν την τιμητική τους περισσότερες φορές από οποιεσδήποτε άλλες ταινίες της συλλογής.

» Θα αποκοιμόμουν στην αγκαλιά σου ή εσύ στη δική μου. Κι όταν, η διπλή, καρώ κουβέρτα, γλιστρώντας λίγο−λίγο, έπεφτε τελικά στο πάτωμα, θα νοιώθαμε το κρύο, θα ξυπνούσαμε σχεδόν ταυτόχρονα να πάμε στο κρεβάτι μας και να ξυπνήσουμε μερικές ώρες μετά, μακαρίζοντας την ευτυχία της αγάπης και της συντροφικότητάς μας…

4.

» Θα ήταν, λέει, άλλη μια μέρα της ζωής μας. Αλλά είναι πια, μια μέρα της δικής μου ζωής. Οκτώ χρόνια τώρα —έχω, πια, την ηλικία που είχες όταν έσβησες— αναβιώνω τις 13.150 ημέρες, ανασυνθέτω τις 315.600 ώρες της κοινής μας ζωής. Σε βλέπω στον ύπνο μου, σ’ αντικρίζω μπροστά μου, “έχασα τα λογικά μου!” λέω, σου μιλώॱ μιλώ στο κενό που μου άφησες φεύγοντας…

» Δεν άντεχα να πιστέψω πως δεν ακουγόταν η καρδιά σου, δεν ανάσαινες, δεν ανταποκρινόσουν στο χάδι μου. Έκλαιγα, σε φιλούσα, ήσουν ακόμη ζεστός, “ζει!”, έλεγα. Πόσην ώρα μετά μας βρήκε έτσι, η Ούλια; Με πήρε στην αγκαλιά της (αυτή την αγκαλιά που μας χωρούσε πάντα και τους δυο, αγκαλιά μάνας), “κοιμήθηκε” μου είπε κι έκλαψα όσο δεν είχα κλάψει ποτέ στη ζωή μου, ούτε καν τότε που ήμουν παλικαράκι μια σταλιά και με σάπισε ο πατέρας μου στο ξύλο, όταν έμαθε, κι έμεινα παρατημένος στο νοσοκομείο κοντά δυο μήνες…

» Έψαξα στον κατάλογο να βρω τα τηλέφωνα των συγγενών σου. Μπορεί οι αδερφές σου να μην σου μιλούσαν, να ‘χες να τις δεις από παιδιά —τότε, δεν ήξεραν. Υπάκουσαν τους γονείς σου. Αργότερα, όταν έμαθαν για ‘σένα, επέλεξαν να σε βγάλουν στην άκρη, “σαν την τρίχα απ’ το προζύμι…” μού είχες εξομολογηθεί βουρκωμένος— όμως έπρεπε να τις ενημερώσω.

» Μπήκαν στο σπίτι μας σαν αρπακτικά, άρχισαν ν’ αδειάζουν τα ντουλάπια, να κατεβάζουν απ’ τα ράφια τις στιγμές μας, να βάζουν σε σακούλες σκουπιδιών τη ζωή μας, “είμαστε οι νόμιμοι κληρονόμοι”, ωρύονταν όταν ήρθε άρον−άρον ο δικηγόρος που, να ‘ναι καλά, ειδοποίησε αμέσως η Ούλια.

» Είδα την κηδεία σου από μακριά —μου απαγόρευσαν, ακόμη και να παρίσταμαι— χωμένος και χαμένος στο πλήθος… Ίσως να τους έπεσε και βαρύ που ‘χες κάνει διαθήκη και άφηνες όλα σου τα υπάρχοντα, κινητά και ακίνητα, σ’ εμένα. Βλέπεις, λείποντας εσύ, και μένοντας τα ντουβάρια, το σπίτι έπαψε να ‘ναι αυτό που ήταν πάντα για’ κείνες: “το σπίτι της αμαρτίας”…

» “Σύσσωμη η επιστημονική κοινότητα και επιφανείς εκπρόσωποι του πνευματικού κόσμου, αποχαιρέτησαν τον καθηγητή…” και πιο κάτω “συντετριμμένοι οι συγγενείς —οι αδελφές του και τ’ ανίψια του— από την αναπάντεχη απώλεια” και, λίγο μετά “Ήταν οι μοναδικοί δικοί του άνθρωποι, καθώς ο καθηγητής … ζούσε μόνος και δεν είχε παντρευτεί ποτέ” έγραψαν οι εφημερίδες —ακόμη και οι “προοδευτικές”— που δεν ήξεραν; Δε ρώτησαν; Ή, ήξεραν και το ‘θαψαν μαζί σου;

» Έβλεπα από μακριά. Δεν μπόρεσα να σε φιλήσω. Δεν μπόρεσα να σου πω “αντίο”, ίσως και να ‘ναι καλύτερα. Όταν το “τσίρκο” πήγε στο κυλικείο, ήρθα και σου άφησα τις μαργαρίτες μου —λίγο ταλαιπωρημένες, είν’ αλήθεια. Μόνον εγώ ξέρω ότι οι μαργαρίτες ήταν το αγαπημένο σου λουλούδιॱ και γι’ αυτό δεν είχαν λείψει ποτέ από το σπίτι μας.

» Ούτε και τώρα λείπουν. Οκτώ χρόνια, κάθε μέρα γεμίζω τα βάζα μας με μαργαρίτες. Ξέρω πως έρχεσαι και με βλέπεις. Με προσέχεις. Ξέρω ότι με νοιάζεσαι ακόμη κι από ‘κει, από τη χώρα του Πουθενά και του Τίποτα.

» Οι γείτονες —ξέχασα να σου πω…— δεν ήρθαν να σε “αποχαιρετίσουν”. Αντιλαμβάνομαι τους ενδοιασμούς τους, καταλαβαίνω την αμηχανία τους, μα δεν μπορώ να τους δικαιολογήσω και άρα, ούτε να τους συγχωρήσω. Δεν με συλλυπήθηκαν, καν. Οι πιο θαρρετοί, είπαν κάτι σαν “ήταν καλός άνθρωπος”, “ήταν τόσο ήσυχος και διακριτικός”, μα πέραν τούτου ουδέν και μάλιστα, απομακρύνονταν αμέσως, λες κι εγώ θα ‘πιανα να τους εξηγήσω τι μου ήσουν, τι σου είμαι… ήμουν.

» Ακόμη και τώρα, οκτώ χρόνια μετά, οι κουβέντες μου μαζί τους περιορίζονται στα τυπικά —ξέρεις, “καλημέρα σας”, “καλές γιορτές”, “καλό χειμώνα”

» Θυμάμαι, μου έλεγες πως, η ζωή αρχίζει όταν κλείνει η πόρτα…»


Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, είναι εντελώς συμπτωματική.


1, 2Το Ασχημόπαπο και H Φυλακή του Σωκράτη: γνωστές ταβέρνες της Αθήνας, στην περιοχή των Πετραλώνων και της Ακρόπολης, αντίστοιχα. (Τυχαία επιλογή)
3Bertolt Brecht: Fünf Schwierigkeiten, die Wahrheit zu schreiben
(Paris, Juni 1935. Ersten Internationalen Schriftstellerkongreß).

4Dominique Fernandez (1929 —) Γάλλος συγγραφέας που παραδέχτηκε δημοσίως την ομοφυλοφιλία του το 1971, διαλύοντας τον γάμο του (κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησε δύο παιδιά). Έχει γράψει πλήθος αξιόλογων έργων, στην Ελλάδα όμως έγινε ευρύτερα γνωστός μετά την έκδοση του βιβλίου του «Εγώ, ο Πιέρ Πάολο στα χέρια του Αγγέλου».
5«(…) Το να είσαι περιθωριακός είναι συχνά οδυνηρό αλλά ταυτόχρονα ερεθιστικό, δεν είσαι σαν τους άλλους. Είναι καλύτερα από το να ανήκεις στο κοπάδι. Η άλλη όψη της δυστυχίας του περιθωριακού, της αγωνίας του, είναι η δόξα του. Δεν συμπαθούσα ποτέ τους ήρεμους, μικροαστούς και αστούς. Οι περιθωριακοί μέσα στην καθημερινή ζωή δεν είναι ευτυχισμένοι, δεν είναι όμως αυτό το αιτούμενο. Είναι συνεπαρμένοι από κάτι άλλο, συμμετέχουν σε μια μάχη με την κοινωνία, με τους άλλους, και αυτό είναι μια δυναμική. (…)»
(Απόσπασμα από συνέντευξη του Φερναντέζ στην Αν. Λαμπρία, «Το Βήμα» 14/12/1997)

6«Η ευτυχία της Άζια» (1966-1968) (Πρωτότυπος τίτλος: «История Аси Клячиной, которая любила, да не вышла замуж», σε ελεύθερη μετάφραση: «Η ιστορία της Άζια Κλιατσίνα, που αγάπησε αλλά δεν παντρεύτηκε») του Αντρέι Μιχάλκοφ Κοντσαλόφσκι
7«Η Κόκκινη ταινία» (1994) (Πρωτότυπος τίτλος: «Trois couleurs: Rouge») του Κριστόφ Κισλόφσκι.


Πηγή εικόνας
• Πρώτη δημοσίευση: 23 Ιανουαρίου 2013 στο παλιό ιστολόγιό μου «Ιστορίες της Μέρας και της Νύχτας»
• Αναδημοσίευση: 5 Δεκεμβρίου 2014 στο παλιό ιστολόγιό μου «Roula the Cat • C’est la vie!», στο πλαίσιο του διαδικτυακού δρώμενου: Κοινωνική Αλυσίδα [βλ. τον επίλογο, στο άρθρο του ιστολογίου της Πέτρας, η οποία είχε διοργανώσει το εν λόγω δρώμενο.]
Στη σημερινή αναδημοσίευση, έχει αφαιρεθεί η εισαγωγή που είχα προσθέσει για την Κοιωνική Αλυσίδα και αφορούσε στη δήλωση του –τότε– υπουργού Δικαιοσύνης, Χαρ. Αθανασίου, σχετικά με το γάμο των ομόφυλων ζευγαριών.

12 σκέψεις σχετικά με το “«Θα ήταν, λέει…»

  1. Τη θυμάμαι καλά την ιστορία αυτή!
    Τόσο συγκλονιστική, τόσο ανθρώπινη, τόσο καλογραμμένη !
    Πάω στοίχημα ότι στο σχόλιο που σου είχα αφήσει τότε, θα τα είχα πάρει άγρια με τους συγγενείς και τους γείτονες!
    Το λέω γατί φούντωσα και τώρα!

    Καλό ξημέρωμα!

    Μου αρέσει!

  2. Σ Υ Γ Κ Λ Ο Ν Ι Σ Τ Ι Κ Ο…..
    Δεν έχω να πω πολλά λόγια Αναστασία….. νιώθω τον κόμπο στο λαιμό και σωπαίνω.
    Η Γραφή σου, αχ αυτή η γραφή σου. Δώρο φύσης ; δώρο καρδιάς ή Θεού ; δεν ξέρω.
    Κείνο που ξέρω είναι πως δίνεις ένα ανθρώπινο δράμα σε διαστάσεις μιας συναισθηματικής ομίχλης που πνίγει.
    Συναισθήματα, αγάπη, άδολη προσφορά και συνάμα κοινωνικά μηνύματα.
    Τον σεβασμό μου καλή μου φίλη…. απ την καρδιά μου.

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Και ξέχασα κάτι που θέλω να πω: Αυτός ο χρόνος που χρησιμοποιείς στη γραφή σου εδώ, Υπερσυντέλικος νομίζω, με μαγεύει….! όπου τον δω με μαγεύει πραγματικά. Μακάρι να προσπαθήσω να γράψω έτσι.

      Μου αρέσει!

  3. Δε σου κρύβω ότι δάκρυσα διαβάζοντας το. Και μετά θύμωσα!!! Δεν ειχαν κανενα δικαιωμα οι συγγενεις να κάνουν πλιάτσικο στο σπίτι τους και να μην του επιτρέψουν να παρευρεθει στη κηδεία του άνθρωπου του. Έπρεπε να μην τους ειδοποιήσει!!! Πω πω με συνεπάιρνει κάθε σου ιστορία. Πόσο λατρευω το τρόπο που γράφεις… Φιλιά πολλά ❤ ❤ ❤

    Μου αρέσει!

  4. Γεια σου, Αναστασία (με τα ωραία σου!)

    Αφού χαμογέλασα με τη γκάφα (μου), στερεοτύπως αντιμετωπίζοντας αυτά που διαβάζω και ανακαλύπτοντας, εκεί, στο τέλος του «1», ότι είχαμε δύο αρσενικά γένη («ήμουν μαθητής και ήσουν ο δάσκαλός μου»), με έκανες να διαβάσω με πολλή τρυφερότητα ό,τι διάβαζα. Γιατί έτσι το έγραψες, γιατί έτσι είναι η δική σου ματιά.
    Όσο κι αν η πίκρα στο τέλος από τη συνήθη διαπίστωση του Γκάτσου («καληνύχτα, Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ») είναι παρούσα, εγώ θέλω να πιστεύω ότι η αναίρεσή της, η αναίρεση και της πίκρας και της διαπίστωσης, είναι δυνατή. Και τέτοια κείμενα βοηθάνε. Όπου. Όσο.

    Πολύ καλημέρα σας 🙂

    Μου αρέσει!

  5. Καθώς σε διάβαζα Αναστασία μου, σκέφτηκα μια ακόμα τρυφερή ιστορία δάσκαλου με μαθητή… πολύ πιο κάτω όμως διαπίστωσα πως μόνο για τα μάτια μερικών μερικών αυτό το ζευγάρι «διέφερε» και σε τίποτα άλλο, αλλά πραγματικά σε τίποτα…
    Ο πόνος της απώλειας είναι κοινός για όλους, αλλά είναι σίγουρα αβάσταχτος για αυτούς που θα αισθανθούν πως ένα μέρος της κοινωνίας τους έχει περιθωριοποιήσει.
    Πώς είσαι Αναστασία;

    ΑΦιλάκια πάντα καρδιάς! ❤

    Μου αρέσει!

  6. Που το περιθώριο, που οι κανόνες..Η αγάπη χωράει παντού..Κι αυτός για την αγάπη του που’ χασε πενθεί κι ο κόσμος που είχαν φτειάξει μαζί είχε τους δικούς του αγαπημένους κανόνες, γράψαν’ στο δικό τους περιθώριο ιστορία όμορφης ζωής σα όλα τα ζευγάρια π’ αγαπιούνται.. Οι άλλοι πάντα σε πονάν’ σαν δεν χωρέσαν’ την αγάπη στην ζωή τους, είτε ήσαν στους κανόνες είτε στο περιθώριό τους. Πανέμορφο και τόσο τρυφερό κείμενο..Την καλημέρα μου.

    Μου αρέσει!

Γράψε κι εσύ τα δικά σου...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.