Ποτέ δεν είναι νωρίς

Ποτέ δεν είναι νωρίς | 25 Νοεμβρίου: Παγκόσμια ημέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών

Τρεις γυναίκες, τρεις διαφορετικές ιστορίες…
Κοινός παρονομαστής, η κακοποίηση

Κάποιες γυναίκες, γεννήθηκαν με το δάκρυ γι’ αστέρι τους.
Μερικές έμαθαν με τα χρόνια να το καμουφλάρουν πίσω από μάσκες έκφρασης –καλοδουλεμένες, μέσα στις ατέλειωτες «λευκές νύχτες» τους– και κάποιες άλλες δεν προσπάθησαν για τίποτα, άφησαν τον εαυτό τους να ξεφτίζει σαν το πολυφορεμένο ρούχο· και κάθε τόσο σκορπάνε τις κλωστές τους σε κάθε βήμα τους στο δρόμο του προσωπικού τους εφιάλτη.

Τις ξεχωρίζω αυτές τις γυναίκες. Και τις μεν και τις δε. Επειδή γνώρισα κάποιες. Επειδή στην αρχή δεν το πίστευα.

Καθετί που μας φοβίζει, μας τρομάζει, μας ξενίζει, μας πληγώνει, μας ταράζει, μας ενοχλεί, δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι ίσως συμβεί σ’ εμάς, στον «κύκλο» μας, στη ζωή μας.
Έπαψα πολύ νωρίς να σοκάρομαι από οτιδήποτε. Ωστόσο, εάν κάτι δεν μας σοκάρει, δεν σημαίνει ότι δεν μας αγγίζει.

Κάθε φορά που «ξεχωρίζω» μια κακοποιημένη γυναίκα, είναι γιατί μυρίζω το φόβο της. Είναι γιατί «βλέπω» τα σημάδια που κρύβει κάτω από τα μακριά μανίκια το κατακαλόκαιρο, πίσω από τα μαύρα γυαλιά το καταχείμωνο την ώρα που πιάνει να νυχτώνει… και, πάνω απ’ όλα, γιατί η ντροπή, η αυτολύπηση, η οργή κι η εγκατάλειψη, συνθέτουν ένα μείγμα που τις στεφανώνει σαν αύρα.

Τα ονόματα θα είναι τυχαία και βέβαια, ψεύτικα. Οι γυναίκες, πρόσωπα υπαρκτά. Γυναίκες που γνώρισα.

Η Μαρία, η Ελένη, η Γεωργία…

Θέλησα να κουβαλήσω τρεις ζωές σ’ ετούτο το γραπτό και, το βάρος είναι μεγάλο.
Τις ιστορίες τις μεταφέρω περισσότερο όπως τις έζησα, παρά όπως μου τις είπανॱ όσα δεν ήξερα, όσα δε μπορούσα να ξέρω και τα έμαθα στην πορεία της φιλίας.
Επειδή λοιπόν έτσι τις έζησα, δίχως ωραία λόγια κι όμορφες εικόνες, έτσι σκέφτηκα πως πρέπει να τις περάσω.
Από σεβασμό σ’ εκείνες που τις βίωσαν. Κι από χρέος, σε όσους τις διαβάσουν.
Και για έναν ακόμη λόγο: επειδή έτσι συμβαίνει και θα συμβαίνει πάντα, στην «αληθινή ζωή».

Μαρία

Στα 17, με έναν έρωτα. Από αυτόν που βιώνουν οι έφηβες με καρδούλες στα σχολικά τετράδια, με τραγούδια στους «πειρατικούς» ραδιοφωνικούς σταθμούς, ώρα μεσάνυχτα και κάτι –έως νύχτα βαθιά– με ραντεβού κλεμμένα («πάω μέχρι το περίπτερο για τσίχλες!»), με τηλεφωνήματα μέσω φίλης – φίλου («γεια σας, είμαι η Ρένα. Μπορώ να μιλήσω στη Μαρία;»), με το βλέμμα μιας ανθισμένης μαργαρίτας (έχεις δει πώς κοιτάζουν τον ουρανό οι μαργαρίτες, την άνοιξη; )…

Η ζωή, κλειδωμένο ντουλάπι. Μπροστά της. Μερικά συρταράκια μόνο έχει ανοίξει δειλά−δειλά κι άλλα έκρυβαν μυστικά, άλλα αρώματα, άλλα γνώση κι άλλα σιωπές.
Το τελευταίο, είχε το κλειδί του ντουλαπιού.

Πρώτη επαφή. Με ντροπή και φόβο για το «υπέροχο άγνωστο» που διάβαζε στα βιβλία και κρυφάκουγε «τις μεγάλες» να συζητούν.
Στο μυαλό της… «νύχτα γεμάτη θαύματα, νύχτα γεμάτη μάγια».
Στην πραγματικότητα: Φωνές. Αντικείμενα που σπάζουν. Αίμα. Πανικός. Φόβος.

Πρώτη επαφή: βιασμός. Από τον άνθρωπο που αγαπούσε. Από τον αγόρι που το όνομά του φιγουράριζε στα βιβλία της με γράμματα τρισδιάστατα, με βέλη που έσταζαν στάλες αγάπης από ευτραφείς, κατακόκκινες καρδιές. Από αυτόν που της είχε χαρίσει το αρκουδάκι που, μαζί του κοιμόταν τα βράδια κι ονειρευόταν τον εαυτό της μ’ εκείνον, δέκα χρόνια μετά, αγκαλιασμένους, να κρατούν από το χέρι τα παιδιά τους.

Η Μαρία δεν είχε φταίξει σε τίποτα. Εκείνος, εξεδήλωσε σχιζοφρένεια. Ποιος μπορούσε να το ξέρει; Ποιος μπορούσε να τους προειδοποιήσει; Αλλά και ποιος θα έπειθε τη Μαρία πως το κλειδί που κρατούσε στα χέρια της δεν θα την οδηγούσε στο πηχτό σκοτάδι, αλλά σ’ ένα δρόμο που μόνο εκείνη μπορούσε να ορίσει το φως ή τη σκιά;

Η Μαρία, διάλεξε το δύσκολο τρόπο: προσπάθησε να πείσει η ίδια τον εαυτό της. Ζήτησε ψυχολογική υποστήριξη. Δεν της τα παρουσίασαν ρόδινα. Την προετοίμασαν για τη συμπεριφορά που ενδέχετο να εκδηλώσει ως «επιλογή» ή, να εκδηλώνει ως «απόρροια» του βιώματός της, στους άντρες.

Αποφάσισε να εμπιστευτεί τους ανθρώπους. Αποφάσισε να δοκιμάσει γρήγορα κιόλας, μία νέα σχέση. Έζησε, ωστόσο, για αρκετά χρόνια, με το φόβο ότι ο άνθρωπος που τη σημάδεψε ψυχικά και σωματικά, θα μπορούσε να βρεθεί ανά πάσα στιγμή μπροστά της.

Όμως παράλληλα, «ζούσε». Αγαπούσε.

Σπούδασε. Δούλεψε. Έκανε οικογένεια, παιδιά. Κι εξακολουθεί να ζει και να αγαπάει. «Σα να μην έγινε τίποτα, ποτέ». Όχι γιατί έχει θάψει την εμπειρία της, αλλά γιατί αγάπησε πολύ τους ανθρώπους και τον εαυτό της.

Πάνω απ’ όλα, πάνω απ’ όλους… τον εαυτό της.

Ελένη

 

Γεννημένη και μεγαλωμένη σε μια πόλη της Περιφέρειας, η Ελένη γνώρισε τον Τάσο στα δεκατέσσερά της. Η περίπτωση «αφού τα παιδιά τα βρίσκουν… άντε να τελειώσει κι η δικιά σας το σχολείo, να τα παντρέψουμε».

Του Τάσου η οικογένεια διατηρούσε ταβέρνα κι η Ελένη, βρέθηκε νωρίς−νωρίς να βοηθάει στην «οικογενειακή» (αφού μια μέρα θα παντρεύονταν…; Οικογένειά της δεν ήταν…; ) επιχείρηση. Όλα τα καλά: λάντζα, σκούπισμα ποτήρια, κόψιμο ψωμί – σαλάτες, τηγάνι…

Και το τέλειωσε τσάτρα–πάτρα το σχολείο η Ελένη. Και πήγε με το στανιό και σε μια σχολή λογιστών και πήρε κι ένα χαρτάκι· αλλά «ταμένη» ήταν στον Τάσο «της». Που, από τα δεκατέσσερά της την αγαπούσε και τη ζήλευε. Κι αν την έβλεπε και κανείς και τη γλυκοκοίταζε, της έριχνε και κάνα φούσκο, να μην τολμήσει και ξενοκοιτάξει κι εκείνη…

Παντρεύτηκαν η Ελένη με τον Τάσο «της». Γρήγορα−γρήγορα ήρθε κι ο γιος τους στη ζωή τους, μετά από μια δύσκολη εγκυμοσύνη και μια ακόμη πιο δύσκολη γέννα. Διπλωματικό επεισόδια στα σόγια, για το όνομα του παιδιού. Ρήξη. «Δεν κάνατε εσείς για ‘μας» κι από τις δύο πλευρές.

Ο Τάσος, αμέτοχος. Να λείπει όλο και περισσότερες ώρες από το σπίτι. Να γυρίζει από τη δουλειά, να απαιτεί το φαγητό αχνιστό στο πιάτο του, το πουκάμισό του καλοσιδερωμένο, το παντελόνι με την τσάκιση «αλφαδιά» –και στο χιλιοστό– τις γραβάτες στην αράδα για να διαλέξει τη σωστή, τα παπούτσια «να καθρεφτίζεται η μούρη του», τις κάλτσες του κολωνιαρισμένες, παρακαλώ! Εάν κάτι δεν ήταν «όπως έπρεπε»… έριχνε τα καντήλια του στην Ελένη, συνοδευόμενα από μερικούς μπάτσους… για να «στρώσει» και να ‘ναι «εντάξει», άλλη φορά.

Περνούσαν τα μεσημέρια, τ’ απογεύματα κι οι νύχτες καμιά φορά, με την Ελένη πάνω από την κούνια του μωρού, να το ξυπνάει για να παίξει μαζί του (γιατί, παιδί ήταν κι εκείνη κι ήθελε να παίξει. Κι αφού δεν μπορούσε, παντρεμένη γυναίκα, να έχει κούκλες…)

Και πέρασαν τόσα μεσημέρια, τόσα απογεύματα και τόσες νύχτες, που ο μικρός μεγάλωσε και για την Ελένη ήταν σα να μην άλλαξε τίποτα, σα να μην είχε φύγει ούτε μια στιγμή από τη λάντζα της ταβέρνας, από τα δεκατέσσερα χρόνια της, από την «κατάσταση πολιορκίας».

Ο Τάσος ήταν το τρίπτυχο του άντρα που, όλοι οι γονείς απεύχονται για τις κόρες τους: αλκοολικός, γυναικάς και χαρτοπαίκτης!

(Για βία, βέβαια, δεν έχω ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος. Ίσα−ίσα που, μέχρι πριν λίγα χρόνια, υπήρχε η νοοτροπία: «ο άντρας, άντρας είναι! Θα ρίξει και καμιά σφαλιάρα!» και φυσικά, η γυναίκα θα έπρεπε, είτε να δαγκώσει το μαξιλάρι, είτε να χώσει καμιά βραστή πατάτα στο στόμα, να μην μπορεί ν’ αρθρώσει λέξη και γίνουν και… ρεζίλι στη γειτονιά!)

Με τα χρόνια, ο Τάσος έγινε πιο βίαιος. Οι μπάτσοι που… μεταλλάχτηκαν σε σφαλιάρες, τώρα είχαν γίνει γροθιές. Οι λόγοι; Πολλοί και διάφοροι: η Ελένη άργησε να γυρίσει από το σούπερ−μάρκετ. Η Ελένη φόρεσε βαθύ ντεκολτέ (κι όχι το ράσο του Ιερώνυμου). Η Ελένη στο κομμωτήριο δεν έκανε μπούκλες που αρέσουν του Τάσου, αλλά τα ίσιωσε τελείως τα μαλλιά της. Κι ακόμη…

Η Ελένη άρχισε να δουλεύει (εκείνο το χαρτάκι της λογιστικής… Μάθε τέχνη κι άστηνε… Σοφή παροιμία!) Ο μισθός της δεν έφτανε, βέβαια, να καλύψει τα έξοδα του σπιτιού, τα φροντιστήρια του παιδιού (που, τώρα, είχε γίνει ολόκληρο παλληκάρι κι ετοιμαζόταν και για το Πολυτεχνείο), το νοίκι, τα χρέη του Τάσου…
Κι ο Τάσος, στην κοσμάρα του. Χασούρα στη χασούρα. Κι όσο έχανε, τόσο έπινε. Κι όσο έπινε, τόσο χτυπούσε.

Κάποια μέρα, η Ελένη δεν άντεξε και μίλησε στον αδερφό της που ζούσε σε άλλη πόλη και δεν ήταν σε θέση να ξέρει τι συμβαίνει, όλα αυτά τα χρόνια.

Η Ελένη έφυγε από το σπίτι κι ο Τάσος την παρακαλούσε με κλάματα να γυρίσει (τα δάκρυα του Τάσου, να σημειώσω εδώ, ήταν τόσο συχνά, όσες κι οι σφαλιάρες του.) Ο γιος τους την ακολούθησε κι έριξε στον πατέρα του τα φάσκελα που δεν τολμούσε να ρίξει όλον τον καιρό που καταλάβαινε και κουκουλωνόταν με το πάπλωμά του, χειμώνα – καλοκαίρι, για να μην ακούει.

Η Ελένη πήρε δάνειο με εγγυητή τον αδερφό της και, με συμπληρωματικό ποσό από τον ίδιο, αγόρασε ένα διαμερισματάκι «όπως το ονειρευόταν». Τι ονειρευόταν, η Ελένη; Τρία δωμάτια, μια φωτεινή κουζίνα, πολλές γλάστρες στο μπαλκόνι και… την ελευθερία της.

Ο γιος της, δεν πέρασε την πρώτη χρονιά στο Πολυτεχνείο –τη δεύτερη, όμως, μπήκε «με τα τσαρούχια», μέσα στην πρώτη εικοσάδα.

Ο Τάσος, ακόμη την παρακαλάει, εννιά χρόνια μετά που χώρισαν, να γυρίσει κοντά του.

Το χειρότερο δεν είναι που, πρώτα βγαίνει η ψυχή κι ύστερα το χούι. Το χειρότερο είναι που η Ελένη, πολλές φορές σκέφτεται να ξαναγυρίσει…

Γεωργία

Η Γεωργία μεγάλωσε στο εξωτερικό. Ορφάνεψε νωρίς από πατέρα. Αδέρφια δεν είχε.

Πολιτικές αναταραχές, έφεραν πίσω στην Ελλάδα εκείνη και τη μητέρα της.
Η ευρύτερη «οικογένεια», σχεδόν ανύπαρκτη. Δεν τους έλεγαν τίποτα δυο θηλυκά μονάχα τους που ξεφύτρωσαν από το πουθενά. Προστάτες ήθελαν; Άσε, δε βαριέσαι…

Ας πούμε τη μάνα της Γεωργίας, Πηνελόπη.

Η Πηνελόπη, αναγκάστηκε να κάνει ό,τι δουλειά έβρισκε μπροστά της –κι ας ήξερε γράμματα αρκετά, κι ας είχε θέση καλούτσικη έξω. Σκάλες, καθάρισμα, λάντζα (καμία σχέση με την Ελένη της άλλης ιστορίας, πάντως).

Η Γεωργία, στις αρχές της εφηβείας. Όμορφη δεν ήταν ούτε τότε. Αλλά η μάνα της έτρεμε «μην τις βρει κανένα κακό». Το πρωί, η Γεωργία πάλευε με τα ελληνικά (που ποτέ δεν έμαθε καλά κι αργότερα, όλοι την κορόιδευαν και γι’ αυτό) κι όταν νύχτωνε, όποτε η Πηνελόπη είχε δουλειά βραδινή, την κλείδωνε στο σπίτι. (Χρόνια πολλά αργότερα, που το συζητούσαμε μαζί, μου έλεγε πως ποτέ δεν της είχε περάσει της μάνας της από το μυαλό ότι μπορεί να ‘πιανε μια φωτιά… κι ότι θα γύριζε και θα ‘βρισκε το σπίτι ισόγειο κι εκείνη, κάρβουνο!)

Έτσι πέρασε η εφηβεία της Γεωργίας –σχολείο, βάσανο, κλείδωμα. Τελειώνοντας, έμαθε γραφομηχανή και στενογραφία σε μια σχολή γραμματέων, βρήκε μια δουλειά αναλόγων απαιτήσεων και, ω! Τι πρωτότυπο! Έβαλε πλώρη να παντρευτεί.

Και παντρεύτηκε τον Στέλιο. Από συνοικέσιο. Μέσω των «ανύπαρκτων» συγγενών που, τώρα, μια χαρά ενδιαφέρθηκαν να την αποκαταστήσουν (γιατί στο μεταξύ, η Πηνελόπη ξαναχτύπησε την πόρτα τους, μπας και…)

Έμειναν όλοι, στο ίδιο σπίτι. Μάνα, κόρη και άντρας – αφέντης! Ηλεκτρολόγος της συμφοράς σε μια εταιρία που έπεσε έξω, ως άνεργος άρχισε να ψάχνει δουλειά, όχι λιώνοντας τις σόλες των παπουτσιών του, αλλά ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα που –φυσικά!– δεν είχε τίποτα «αξιόλογο για τα προσόντα του».

Γεωργία και Πηνελόπη, υφίσταντο καθημερινά τις προσβολές του για οτιδήποτε: για τον τρόπο που μιλούσαν, για το ντύσιμό τους, για την… γκαντεμιά τους (που τον πήρανε λουλούδι και τον μάραναν!) κι άκουγαν τη γκρίνια του ακόμη και για το πέταγμα της μύγας!

Φιλίες η Γεωργία από τη δουλειά, δεν είχε. Κι όσες γνωριμίες είχε καταφέρει να κάνει (έστω για έναν γρήγορο καφέ και κουβεντούλα περί ανέμων και υδάτων) κόπηκαν μαχαίρι, μετά το γάμο. «Για να μην την επηρεάζουν οι άλλες, οι πουτάνες!»

Όταν ήρθε το παιδί, ουδείς το τίμησε. Επειδή ήταν κορίτσι. Κι εκείνοι «στα μέρη τους», το είχαν σε ντροπή το πρώτο παιδί να ‘ναι θηλυκό! Το φταίξιμο έπεσε στην πλάτη της Γεωργίας που δεν ήταν άξια ούτε γι’ αυτό: να συλλάβει αρσενικό!

Στο μεταξύ, μπορεί να προστέθηκε ένα ακόμη στόμα στην οικογένεια, όμως ο «αγάς», δουλειά δεν είχε βρει. Δυσκόλευαν τα πράγματα μέρα με τη μέρα, όχι τόσο από οικονομικής απόψεως (μάνα και κόρη ήταν «μυρμήγκια» κι έκαναν καλό κουμάντο) αλλά στη μεταξύ τους σχέση. Το κλάμα του μωρού, έκανε έξαλλο τον Στέλιο. Οι φωνές του, φόβιζαν το μωρό που, έκλαιγε ακόμη πιο δυνατά. Ο Στέλιος, ξέσπαγε σε Γεωργία και Πηνελόπη –αδιακρίτως– με δυνατά χαστούκια… «αφού δεν ήταν άξιες να ηρεμήσουν ένα μωρό»…

Τη Γεωργία, ο Στέλιος έυκολα την τούμπαρε: για όλα τα δεινά, έφταιγε η μάνα της. Αν έφευγε από το σπίτι, εκείνοι οι δυο θα τα έβρισκαν μια χαρά! Ε, είχαν και το παιδί, θα ‘καναν κι ένα ακόμη και θα «στρώνανε». Και για να στρώσουν καλύτερα, την έπεισε να του δώσει και την κάρτα ανάληψης μετρητών (από το λογαριασμό της μισθοδοσίας της —γιατί ο άλλος λογαριασμός, εκεί που έδιναν μάνα και κόρη να καταθέτει ο Στέλιος τις οικονομίες τους, ήταν κοινός στο ζευγάρι).

Η Πηνελόπη, γλίτωσε, αλλά και «έφυγε» νωρίς.

Στη Γεωργία, που με χαρά και ενθουσιασμό είχε «προβλέψει» ότι όλα θα πήγαιναν καλύτερα, δεν αναγνωρίζαμε, όσοι την ξέραμε, κάποιο σημάδι για το ότι η ζωή της πήγαινε, έστω και υποφερτά. Ώσπου μια μέρα, άργησε να έρθει εκεί όπου την περιμέναμε. Κι όταν ήρθε, το θέαμα ήταν αποτρόπαιο.
Πέρα από τους μώλωπες (εμφανείς στο πρόσωπο, στα πόδια –έστω και μέσα από τα 15 denier του καλσόν της), ήταν οι πληγές στο λαιμό και τα χέρια!

Μας εξήγησε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Στέλιος την «ξυλοφόρτωνε» σε τέτοιο βαθμό. Το ποτήρι ξεχείλισε όταν το παιδί (νήπιο, πια) έκανε εμετό κι εκείνη, δεν πρόλαβε να σκουπίσει πριν περάσει από το διάδρομο εκείνος.
Ναι, τέτοιες ήταν οι αφορμές για τις οποίες ξέσπαγε πάνω στη Γεωργία, ο Στέλιος. Οι εκδορές στο λαιμό, ήταν από την αλυσίδα με το σταυρό που, πάντα εκείνη είχε κρεμασμένο, «για να τη φυλάει». Της είχε στρίψει την αλυσίδα, προσπαθώντας να την πνίξει!…

Όχι, δεν είχε πάει ούτε στην αστυνομία, ούτε στον ιατροδικαστή. Και, λίγο μετά, μας είπε ότι προσπαθούσαμε να της καταστρέψουμε το γάμο της!

Αλλά όταν, όχι πολλές μέρες μετά, ο Στέλιος άρχισε να χτυπάει με την ίδια ορμή και το παιδί, κάτι σκίρτησε ή, κάτι ξύπνησε μέσα της.

Σπίτι, βρέθηκε μετά από ψάξιμο· όλοι τρέξαμε. Στο μεταξύ, το παιδί έμενε στους (για μιαν ακόμη φορά, αμέτοχους) συγγενείς της. Η επόμενη δυσάρεστη έκπληξη, την περίμενε στην τράπεζα… όπου αποκαλύφθηκε ότι ο Στέλιος ουδέποτε είχε καταθέσει χρήματα στον κοινό λογαριασμό!

Το παράλογο της υπόθεσης; Δεν υπήρχαν για το δικαστήριο, αποδεικτικά στοιχεία για την κακοποίηση της Γεωργίας (αφού, η ίδια, ποτέ δεν τόλμησε να κάνει οποιαδήποτε κίνηση) όπως, ουδέποτε αποδείχτηκε ότι υπήρχε «κομπόδεμα».

Το διαζύγιο, βγήκε αρκετά χρόνια μετά. Η Γεωργία δεν έχει ξαναφτιάξει τη ζωή της. Η κόρη της, επιθετική ως παιδί, είναι πλέον μία προβληματική έφηβη.

♦ ♦ ♦

Από τις τρεις γυναίκες που «γνώρισες» μέσα από τις γραμμές αυτές, η μόνη που μοιάζει να πέρασε ξώφαλτσα τη δική της κακοποίηση, είναι η Μαρία.

Η Ελένη, είναι ακόμη και σήμερα αμφίβολο αν κατάφερε να ξεφύγει ολοκληρωτικά.

Η Γεωργία, πάλι, είναι η περίπτωση εκείνη της γυναίκας που δεν ξέρουμε με βεβαιότητα πόσα κομμάτια από τον εαυτό της έχασε, καθώς δεν γνωρίζουμε αν ποτέ τα είχε «χτίσει».

Ίσως όλο το οικοδόμημα της ζωής μας, λοιπόν, στηρίζεται στο χτίσιμο του εαυτού μας.

Ο λόγος που μετέφερα εκτενέστερα την ιστορία της Γεωργίας, είναι γιατί τη θεωρώ πολύ χαρακτηριστική μεταξύ των κακοποιημένων γυναικών, οι οποίες μεγαλώνουν αφενός σε περιβάλλον που τις ευνουχίζει, πριν ακόμη γίνουν γυναίκες, κι αφετέρου χωρίς να κατορθώσουν να ψάξουν γύρω τους και μέσα τους για τα στοιχεία εκείνα που θα τις ενηλικιώσουν και θα τις κάνουν ώριμες και δυνατές.

Η Πηνελόπη κληροδότησε στην κόρη της τους φόβους, τις ανασφάλειες, την απόρριψη και οτιδήποτε αρνητικό είχε εισπράξει ως γυναίκα. Προσπάθησε να την προστατεύσει, ουσιαστικά «σκοτώνοντάς» την… Έτσι, η «αθώα και άβγαλτη» Γεωργία, βούτηξε σ’ έναν εφιάλτη από τον οποίο, όχι μόνο δεν κατόρθωσε ποτέ να ξεφύγει, αλλά συμπαρέσυρε σε αυτόν και την κόρη της.

♦ ♦ ♦

Τελικά, οι κακοποιημένες γυναίκες, προκαθορίζουν το ρόλο τους και εν τέλει, την ίδια τους τη ζωή;

Ίσως… Με το να είναι παθητικές, «υπομένοντας» και ελπίζοντας πως, με το να αφήνονται, θα κατορθώσουν να αλλάξουν τον σύντροφό τους.

Ίσως… Με το να πιστεύουν ότι οι ίδιες είναι ανεπαρκείς, «λίγες» μέσα στη σχέση και άρα (πάντα κατά τη δική τους άποψη), δικαίως μέχρι ενός σημείου, υφίστανται την ταπείνωση και τη βία.

Ίσως… Με το να «υποχωρούν» και να «συγχωρούν» για χάρη των παιδιών τους. Πιστεύοντας ότι έτσι συμβάλλουν στην ομαλοποίηση της κατάστασης, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να πλάθουν θύματα.

Εάν νιώθεις πως κρύβεις μία Μαρία, Ελένη ή Γεωργία…
Αν ντρέπεσαι να ομολογήσεις (πρώτα απ’ όλα στον ίδιο τον εαυτό σου) ότι κακοποιείσαι από το σύντροφό σου…
…Ήρθε η ώρα να βάλεις τελεία στη ντροπή. Τελεία, και στο φόβο. Τελεία και παύλα στη σχέση.

Μη διστάσεις ούτε στιγμή να καταγγείλεις το άτομο που σε κακοποιεί. Ζήτησε βοήθεια.

Άνοιξε τα μάτια σου και ξέφυγε. Άνοιξε την πόρτα σου και φύγε. Και, μη σκεφτείς ποτέ πως «δεν ήρθε ακόμη η ώρα» ή πως «είναι ακόμη νωρίς… Ας δώσω μία ευκαιρία…»

Ποτέ δεν είναι νωρίς. Κάθε λεπτό που χάνεις από τη ζωή σου, σου θυμίζει πως είναι, ήδη, πολύ αργά!


Πρώτη δημοσίευση: Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014 στο παλιό ιστολόγιό μου «Roula the Cat • C’est la vie!»
Image source: ICMHD’S BLOG • International Centre for Migration, Health and Development

9 σκέψεις σχετικά με το “Ποτέ δεν είναι νωρίς

  1. Καταπληκτική η περιγραφή. Μακάρι να μπορούσαμε να κάνουμε παραπάνω για την όποια γυναίκα βιώνει κάτι τέτοιο αλλά είναι πάνω απ’ όλα μια προσωπική, εσωτερική μάχη που πρέπει να νικηθεί. Το κείμενο μου θύμισε το παρακάτω κομμάτι.

    Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Υπάρχει, σου λέει, κι ένας αριθμός που μπορούμε να καλέσουμε, το 15900, οπου εκεί μπορούμε να καταγγείλουμε κάποιο περιστατικό βίας κατά γυναικών, που έχουμε αντιληφθεί.
    Όχι καταγγελίες μόνο στο 1142 για τους αμετανόητους καπνιστές. 😊

    Αρέσει σε 1 άτομο

  3. Η Βιβή και ο Λάκης. Έφηβες φίλες με την Βιβή. Εφηβικός και ο έρωτας τους. Πάντα μαζί, μόνο μαζί. Φυσικά και παντρεύτηκαν. Άλλαξα γειτονιά, τους έχασα. Παντρεύτηκαν έκαναν και ένα παιδί. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα, την βρήκα στην ίδια γειτονιά. Πήγα σπίτι της. Κάτι είχε φύγει από την λάμψη της, κάτι μου είπε…. κάτι πήγα να της πω … κάτι απάντησε πως το κάνει μόνο όταν έχει δίκιο… κάτι της είπα … κάτι την προβλημάτισε… κάτι μου είπε την επόμενη φορά πως ο Λάκης δεν θέλει να ξαναβρεθούμε…
    Λυπάμαι, την ξέχασα την Βιβή. Κάπου δεν έδωσα την πρέπουσα σημασία, κάπου με πήρε η δική μου ζωή, σε άλλη κατεύθυνση, έφυγα και από την Ελλάδα. Η βλακεία μου είναι πως πίστεψα πως αν ήθελε χωρίς βοήθεια θα μπορούσε να ξεφύγει. …
    Και όμως το πρώτο που χρειάζονται είναι κάποιος να ακούσει με πολύ προσοχή αυτό το κάτι … και να ακροβατήσει στην συνέχεια στην λεπτή γραμμή συζητήσεων χωρίς να παρενοχλήσει, να πιέσει, να προσπαθήσει να επηρεάσει … απλώς να είναι εκεί … να όπως αδελφός της Ελένης
    Αυτά καλή δύναμη!

    Μου αρέσει!

  4. Στέκομαι σε αυτό που λέει η Αρτίστα.
    Υπάρχει άραγε ένας αριθμός που να δέχεται κλήσεις για τέτοιες καταγγελίες; Ναι λέτε, υπάρχει! Και ρωτάω εγώ. Έγινε ποτέ τέτοια υστερική προπαγάνδα αυτού του αριθμού και προώθησή του ευρύτερα; Όχι! Φυσικά όχι! Τέτοια μέριμνα από το κράτος είναι ανύπαρκτη. Ρουφιάνοι και χαφιέδες μπορούμε να γίνουμε αλλού όχι σε αυτά.
    Τραγικές ιστορίες Νατάσα! που να σταθείς; σε ποια όνειρα και προσδοκίες για αυτές τις ψυχούλες.
    Καλή βδομάδα καλή μου φίλη.

    Αρέσει σε 1 άτομο

  5. Ναι, Αναστασία μου, που χαίρομαι πάντα να σε διαβάζω και ας μας λείπεις τόσο! 😉
    Ναι, υπήρξα αυτό που λένε «κακοποιημένη» ως κοπελίτσα 22 χρονών απ΄τον πρώτο σύζυγο, σε ξένη χώρα και με μωρό… θυμάμαι τις προσπάθειες που έκανα να «στρώσω» τα άστρωτα, αλλά πες από χαρακτήρα, πες από μια εσωτερική δύναμη ή και μάλλον από κάποια εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, έφυγα και γύρισα πίσω όπου χωρίς καμιά οικονομική βοήθεια από πουθενά, δούλεψα και μεγάλωσα τον γιο μου, καλά!
    Η ζωή που είναι όλες μας οι εμπειρίες, μου έδειξε πως πολλά επιτρέπουμε και πολλά προκαλούμε με τον φόβο και την ανασφάλεια να πάρουμε την ζωή στα χέρια μας.
    Οι οι εποχές άλλαξαν, μπορούμε να ζητήσουμε βοήθεια γι αυτό καλό είναι από αγάπη στον εαυτό μας, να μην επιτρέψουμε την παραμικρή βία!

    Πολλά ΑΦιλάκια τρυφερά σου στέλνω και εύχομαι να είσαι και πάλι κοντά μας! 🙂

    Μου αρέσει!

  6. Μεγάλο το βάρος κι η ευθύνη να καταγράψεις τις μαρτυρίες από τρεις γυναίκες που μαρτύρησαν στην ανδροκρατούμενη κοινωνία μας. Και είναι τόσο κοινά τα χαρακτηριστικά της σωματικής και ψυχολογικής βίας που περιγράφεις, με γνώριμες σε όλους μας ιστορίες από τις ειδήσεις, ή από κάποια κοινή μας φίλη.
    Αναστασία μου, ήταν βασανιστική η ανάγνωση, ξέροντας πως οι ιστορίες είναι αληθινές.
    Θέλω να πιστεύω (ακόμα κι αν είναι ουτοπικό), πως η κοινωνία μας δεν δείχνει ανοχές σε τέτοιες συμπεριφορές. Πως αργά ή γρήγορα, γίνονται καταγγελίες και οι θύτες τιμωρούνται. Όχι παραδειγματικά βέβαια, αλλά τουλάχιστον αποθαρρύνονται οι επίδοξοι «βασανιστές».
    Κι αυτό που λέει κι η Αρτίστα. Να μην σιωπούμε όταν πέφτει στην αντίληψή μας τέτοιο περιστατικό.
    Να είσαι καλά!

    Μου αρέσει!

  7. Οι τρεις ιστορίες ανατριχιαστικές κι οι ζωές τριών γυναικών με κοινό παρονομαστή: «Με το να πιστεύουν ότι οι ίδιες είναι ανεπαρκείς, «λίγες» μέσα στη σχέση και άρα (πάντα κατά τη δική τους άποψη), δικαίως μέχρι ενός σημείου, υφίστανται την ταπείνωση και τη βία»… Σε ευχαριστούμε που τις μοιράστηκες μαζί μας.
    Υ.Γ Θα χαρώ πολύ να σε δω στην «πτήση» για Ιταλία! Πολλά φιλιά!

    https://pistos-petra.blogspot.com/2019/11/i-finetsati-italia-mesa-apo-40-fotografies-meros-A.html

    https://pistos-petra.blogspot.com/2019/11/i-finetsati-italia-mesa-apo-40-fotografies-meros-B.html

    Μου αρέσει!

Γράψε κι εσύ τα δικά σου...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.