Μολύβι και Χαρτί

Jour fixe

Το ταξίδι ενός φλιτζανιού | Jour Fixe

—I.—

2014 − Χειμώνας

Έκλεισε το παράθυρο και τράβηξε τις κουρτίνες. Το ψυχρό βοριαδάκι που φυσούσε από το πρωί είχε δυναμώσει κι όσο κι αν αγαπούσε το χάδι του, είχε πια μιαν ηλικία απαγορευτική για κάθε είδους παρασπονδίαॱ ένας μακρύς κατάλογος περιορισμών και απαγορεύσεων είχε αναρτηθεί σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού, ως συναγερμός. Ζωή ήταν αυτή;
Όχι. Ζωή ήταν άλλη. Κι ευτυχώς, πρόλαβε να τρυγήσει κάτι από ‘κείνη, όχι βέβαια με το κουτάλι όπως εκείνοι, μα και το κουταλάκι του γλυκού την έκανε τη δουλειά του.

Εκείνοι, θα έρχονταν σε λίγες ώρες.
Όταν τους τηλεφώνησε για να τους προσκαλέσει, σ’ όλων τη φωνή είχε διακρίνει οπωσδήποτε έκπληξη, υποψία έξαψης αλλά και δυσφορίαॱ συγκεκαλυμμένη μεν, αφού η ευγένεια ήταν έμφυτη στην τάξη τους, μα εύγλωττη.
Σαν να ήταν συνεννοημένοι δε, καθένας χωριστά προέβαλε ως πρόφαση το προκεχωρημένον της ηλικίας σε συνδυασμό με την απόσταση και τη δυσχέρεια των μετακινήσεων.
Φθηνές δικαιολογίες προϊδέαζαν ένα σαθρό άλλοθι για την απουσία τους. Δυστυχώς για τους ίδιους, οι ανοιχτοί λογαριασμοί με το παρελθόν έκαμψαν τις όποιες –και δήθεν– αντιρρήσεις και ενστάσεις τους.
Έτσι μπράβο…
Ήταν προφανές, πως άλλου είδους απόσταση προξένησε τη δυσφορία τουςॱ κατά βάθος, άλλωστε, το ήξερε: η εισβολή στα στεγανά είναι πάντα δυσάρεστη και ουδέποτε ευπρόσδεκτη. Ειδικά στην τάξη τους.

Το τσάι άχνιζε ακόμη, ευτυχώς. Μύρισε το άρωμά του, το γεύτηκε με δύο γουλιές και συνέχισε να διαβάζει από το σημείο που είχε μαρκάρει στο βιβλίο αποβραδίς.

Συνέχεια →

Η Αγάπη που ζωγράφιζε τα βότσαλα

I_Agapi-pou-zografize-ta-votsala

—I—

Η Αγάπη δεν είχε στον ήλιο μοίρα –όπως κι όλες οι αγάπες που, σχεδόν πάντα, έχουν ήλιο κι άπλετο φως κι ηλιογέρματα και φεγγαράδες ονειρεμένες αλλά, συνήθως, καθόλου μοίρα, όταν αρχίζουν τα τερτίπια των ανέμων και τις χτυπούν οι θύελλες.

Η Αγάπη δεν είχε μήτε αγάπη. Ήταν ένα κορίτσι έφηβο με μεγάλα μάτια, που μάθαινε τον κόσμο και γέμιζε απορίες.

— «Είναι ένα κορίτσι χαζό, που θα σας γεμίσει σκοτούρες και προβλήματα», είχε πει στο δάσκαλο η μάνα της, την πρώτη μέρα που την πήγε στο σχολείο –είχαν περάσει κιόλας εννέα χρόνια.

Στην τάξη, η Αγάπη έσκυβε το κεφάλι και κατάπινε τα γράμματα –κουλουράκια και γραμμούλες, σταυρουλάκια και παύλες που δεν της έλεγαν απολύτως τίποτα– σαν αμάσητο φαγητό και, ως τέτοιο, της έπεφταν βαριά στο στομάχι· κάθε βράδυ, χλωμή και ιδρωμένη, ζητούσε από τη γιαγιά να της φτιάξει φασκόμηλο. Ήταν, άραγε, τόσο θαυματουργό που, με την πρώτη γουλιά, ησύχαζε ο πόνος της και ηρεμούσε η ψυχούλα της ή μήπως ήταν επειδή είχε τόση ανάγκη από ‘κείνη τη μεγάλη, ζεστή αγκαλιά που η γιαγιά άνοιγε και χώραγαν μέσα οι έννοιες, τα δάκρυα κι όλη της η ύπαρξη;
Ό,τι και να ‘ταν, έτσι περνούσαν τα βράδια της· με μισοδαβιασμένα μαθήματα, κακογραμμένα φύλλα τετραδίου, ζεστό φασκόμηλο κι αγκαλιές της γιαγιάς…

Συνέχεια →

Παλαιάς κοπής

Παλαιάς κοπής

Γεννήθηκε, του είπαν, με προσωπίδα κι αυτό ήταν –λέει– σημάδι πως στη ζωή του θα πήγαινε μπροστά, καθώς θα ‘χε την εύνοια της τύχης.

Μα, λίγο καιρό μετά, θες από κακοδιαχείριση; Θες από λαθεμένους χειρισμούς; Ο πατέρας του, έχασε όλη του την περιουσίαॱ τρία μαγαζιά στο κέντρο της Αθήνας –από ‘κείνο της Ομόνοιας, ψώνιζαν «οι μεγάλοι του Θεάτρου» της εποχής.

Από το Κολωνάκι στο Παγκράτι, πίσω απ’ την πλατεία Βαρνάβα, σχολειό στης Δραγάτση. Μπαλωμένα τόπια, ρούχα καμωμένα απ’ τα παλιά της μεγάλης αδερφής και χιλιοκαπλαντισμένα, μια γωνιά ψωμί και μια φέτα παλαμίδα κι αντί για γάλα, τσάιॱ βρασμένο τρεις και τέσσερις φορές, για να φτάσει για όλους.

Η μάνα χωρίς μιλιά, ο πατέρας σε δουλειά ό,τι να ‘ναι, τώρα πια. «Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα», έλεγε, «να βρεθείς στην ανάγκη εκεινού πού κάποτε σου χρώσταγεॱ λεφτά, χάρη ή την ίδια του τη ζωή…». Ο μισθός του μήνα, δυο μερών χαρά και τις υπόλοιπες κρασί στο τεμπεσίρι.

Συνέχεια →

Ζωή μισή

zoi-misi

—Ι.—

«Εάν δεν το λύσεις εσύ, μπορώ να το λύσω μια και καλή εγώ!», είπε σε τόνο ακόμη εντονότερο από ετούτον της –μέχρι εκείνη τη στιγμή– κουβέντας τους. Τι κουβέντα, δηλαδή… Περί μονολόγου επρόκειτο, εκτός αν κάποια σποραδικά «α, καλά…», «ό,τι πεις» ή, «το κούρασες!», μπορούν να θεωρηθούν λόγος ή και αντίλογος.

Σε απάντηση, άκουσε την πόρτα να κλείνει, σχεδόν ταυτόχρονα με ένα «… σιχτίρ!»ॱ ή μήπως ήταν η ιδέα της; Όχι για την πόρτα –αυτή, σίγουρα είχε κλείσει.
Όχι περισσότερο από δυο λεπτά μετά (ίσα να κατέβει με το ασανσέρ, να πάει στο γκαράζ και να βάλει μπρος) ήρθε σαν επιβεβαίωση ένα φρενιασμένο μαρσάρισμα, νευρικό και θυμωμένο, προφανώς σαν τη διάθεσή του.

«Ναι, μωρέ! Φύγε! Τρέχα! Τρέχα ξοπίσω της!», μονολόγησε η Βούλα και κλώτσησε ένα ανύπαρκτο χαλικάκι στο αψεγάδιαστο πάτωμα. Η συνήθεια τής είχε μείνει από τότε που ήταν πιτσιρίκα, μια μπουκιά παιδί κι έπαιζε στα λιθόστρωτα του χωριού ή στο χωματένιο δρόμο, που τον πατούσαν ζωντανά και άνθρωποι για να πάνε στα χωράφια. Μεγαλώνοντας, κάθε φορά που κάποιος ή κάτι της έμπαινε στο ρουθούνι, ξεσπούσε πάντα σε ένα –ανύπαρκτο, πλέον– χαλίκι.

Δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσει να περάσει έτσι! Ήταν πολύ γελασμένος ο κύριος Αντρέας, αν νόμιζε ότι θα έλεγε εκείνος την τελευταία κουβέντα στην ιστορία.
Ποια ιστορία, δηλαδή;

Συνέχεια →